maigre comme un hareng -> πετσί και κόκαλο, αδύνατος, πολύ αδύνατος, τσιλιμπίθρας, τσιλιμπιθρόξυλο, κοκκαλιάρης, κοκαλιάρης, αδύνατος σαν τσίρος, αδύνατος σαν ρέγγα, ξερακιανός

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
maigre comme un hareng -> πετσί και κόκαλο, αδύνατος, αδύνατος πολύ
« Last Edit: 09 Jan, 2020, 17:54:56 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.








Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Ευχαριστούμε Θωμά και καλημέρα σε όλους εύχομαι.
Το συμπληρώνω στον τίτλο, αν και βρίσκω μόνο μια αναφορά εδώ.
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71010
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ναι, γιατί δεν ήταν το σωστό ψάρι. :-)

Αδύνατος σαν τσίρος, λέμε.

τσίρος ο [tsíros] Ο18 : 1. άπαχο σκουμπρί αποξηραμένο στον ήλιο. 2. (μτφ., οικ.) για άνθρωπο πολύ αδύνατο, ξερακιανό: Έγινε ~ / σαν τον τσίρο από την αδυναμία.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής


Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71010
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
ρέγγα η [réŋga] Ο25α : 1.είδος ψαριού που ζει στις βόρειες θάλασσες: H Ελλάδα εισάγει καπνιστή ~ από τη Nορβηγία. ΦΡ είναι να τον κλαιν κι οι ρέγγες, για κπ. που έχει αξιοθρήνητη όψη ή βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. 2. (λαϊκ., μτφ.) για γυναίκα αδύνατη και άσχημη.
[βεν. renga]

Λεξικό της κοινής νεοελληνικής



 

Search Tools