unpunished -> ατιμώρητος, ατιμώρητη, ατιμώρητο, που δεν τιμωρήθηκε, ατιμωρητί, δίχως τιμωρία, χωρίς τιμωρία, χωρίς να τιμωρηθεί, άνευ τιμωρίας

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813998
    • Gender:Male
  • point d’amour
unpunished -> ατιμώρητος, που δεν τιμωρήθηκε
« Last Edit: 09 Jan, 2020, 08:53:27 by spiros »


 

Search Tools