hen -> κότα, όρνιθα, θηλυκό πτηνό, κουτσομπόλα, φιλοπερίεργη, κορίτσι, κοπελιά

dnassibian

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1364
    • Gender:Female
Συνήθης όρος για το κορίτσι/τις γυναίκες, ιδιαίτερα στην Σκοτία. Αντίστοιχο για τα αγόρια το 'pet'.

"How you daein, hen?"
Useful Scots word: hen | The Caledonian Mercury
http://el.urbandictionary.com/define.php?term=hen
« Last Edit: 20 Jun, 2014, 13:55:13 by spiros »
non compos mentis


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812019
    • Gender:Male
  • point d’amour


 

Search Tools