spunk -> τόλμη, θάρρος, κουράγιο, ευψυχία, αποφασιστικότητα, τσαγανό, αρχίδια, έναυσμα, προσάναμμα, ίσκα, ήσκα, ύσκα, ευτολμία, ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία, σπέρμα, χύσι, χύσια, ψωλόχυμα, παχιά, πηχτή, φλόκια, χοντράδια, χυσαμόλι

dnassibian

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1364
    • Gender:Female
1. Courage and determination:
She’s got no spunk, or she’d have left him long ago.
2. British VULGAR SLANG Semen.
3. [COUNT NOUN] Australian A sexually attractive person.
spunk: definition of spunk in Oxford dictionary (British & World English)

Samantha is dating a guy with the funkiest tasting spunk... (a SATC classic!)
« Last Edit: 04 Jul, 2014, 12:50:00 by spiros »
non compos mentis


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812019
    • Gender:Male
  • point d’amour
έναυσμα, προσάναμμα, ύσκα, ευτολμία, ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία, χύσια, ψωλόχυμα, παχιά, πηχτή, φλόκια, χοντράδια, χυσαμόλι

αγιασμός, γιαούρτια, κατάθεση, λάβα, ματσαφλόκια, μυτζήθρα, παπαροζούμι, παχιά, πέο τζους, πηχτή, σκάγια, σως, το άσπρο που κολλάει, του πουλιού το γάλα, τσουτσού σορόπ, τσουτσουνόζουμο, τυρί, φλόκια, χοντράδια, χυσαμόλι, ψωλόχυμα.
http://www.slang.gr/lemma/show/psoloxuma_481/






 

Search Tools