venality -> παραδοπιστία, δωροληψία, δεκασμός, χρηματισμός, εξαγορά, εκπόρνευση, το αγοραίο, ιδιότητα του μίσθαρνου

spiros · 14 · 6559

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
venality -> παραδοπιστία, δωροληψία, δεκασμός, εξαγορά, χρηματισμός;

Αυτά βρήκα, αλλά δεν με ικανοποιούν ιδιαίτερα. Σκέφτηκα και το «εκπόρνευση» αλλά φοβάμαι μήπως είναι υπερβολικό.


The concept of femininity, used to be applied to a woman who had the ability to bear children. It was also applied to venality.
Ester Vilar (German original)


παραδόπιστος -η -ο [paraδópistos] E5 : που πιστεύει (μόνο) στο χρήμα, που το αγαπάει υπερβολικά· φιλοχρήματος.  [λόγ. παραδ- (παράς) -ο- + πίστ(η) -ος]

Venality is a vice associated with being for sale, especially when one should act justly instead. This is mostly considered a vice rather than a virtue.

In its most recognizable form, dishonesty, venality causes people to lie and steal for their personal advantage, and is related to bribery and nepotism, among other vices.
https://en.wikipedia.org/wiki/Venality

1. The quality or fact of being for sale. rare.
2. The quality of being venal; readiness to give support or favour in return for profit or reward; prostitution of talents or principles for mercenary considerations.
Oxford English Dictionary
« Last Edit: 18 Mar, 2009, 08:26:07 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Δίκιο έχεις. Δεν είναι πλήρεις οι αποδόσεις που προτείνει το Magenta.

Η παραδοπιστία οδηγεί στο venality.

Για το venal έχουμε το «αργυρώνητος» ως καλή απόδοση (ΛΚΝ: αργυρώνητος -η -ο [arjirónitos] E5 : (λόγ.) που εξαγοράζεται με χρήματα· πουλημένος: Aργυρώνητοι ψηφοφόροι / οπαδοί / δικαστές / μάρτυρες.   [λόγ. < αρχ. ἀργυρώνητος])

Αλλά δεν βρίσκω κάποιο καλό ουσιαστικό για το venality. Πολύ φοβάμαι ότι πρέπει να καταφύγουμε σε περίφραση, π.χ. η τάση για χρηματισμό ή εξαγορά.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Μιλάμε μεν για «τάση για χρηματισμό ή εξαγορά», ωστόσο το επίπεδο ύφους δεν είναι οικονομίστικο, αλλά λογοτεχνικό και αφορά στη γενικότερη στάση ενός φύλου. Όπως προείπα, το μόνο που βλέπω να στέκει είναι το «εκπόρνευση» αλλά δεν με ικανοποιεί διότι είναι υπερμετάφραση (overtranslation). Στέκομαι για αυτό ιδιαίτερα στον ορισμό του OED: «readiness to give support or favour in return for profit or reward; prostitution of talents or principles for mercenary considerations».

Μια λέξη που στέκει καλά σε επίπεδο ύφους (αλλά διαφέρει νοηματικά) είναι η «εκδούλευση» (αρκεί να μην είχε τη χαριστική έννοια και να είχε την έννοια της ανταμοιβής).

εκδούλευση η [ekδúlefsi] O33 : υπηρεσία, βοήθεια, διευκόλυνση, μεσολάβηση κτλ. που προσφέρεται σε κπ. χαριστικά· εξυπηρέτηση: Mου ζήτησε μια μικρή ~.  [λόγ. < μσν. εκδούλευ(σις) `σκλάβωμα΄ -ση < εκδουλεύ(ω) `σκλαβώνομαι΄ -σις < εκ- δουλεύω σημδ. γαλλ. service]
« Last Edit: 11 Mar, 2009, 13:29:26 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Όχι. Το «εκπόρνευση» είναι υπερβολή και αυθαιρεσία, παρόλο που ορισμένες φορές μπορεί να φτάνουμε κι ως εκεί.

Η «εκδούλευση» είναι άλλο πράγμα, όπως δείχνει και το λήμμα του ΛΚΝ.

Το βιάζεσαι; Έχω την εντύπωση ότι υπάρχει λέξη που μας κάνει, αλλά δεν μπορώ να τη σκεφτώ αυτή τη στιγμή.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Όχι δεν το βιάζομαι. Απλά είναι ένας ενδιαφέρον γρίφος που πρέπει κάποια στιγμή να λύσω...
Κάτι σε «αμοιβή για παροχή υπηρεσιών» είναι αλλά άντε πες το λογοτεχνικά...
« Last Edit: 11 Mar, 2009, 13:33:16 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ή η διαφήμιση αγαθών προς πώληση («vice associated with being for sale»). Πωλητήριο, πουλημένος... (μονολογώ τώρα)...
« Last Edit: 11 Mar, 2009, 13:40:18 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Μου έρχεται στο νου και το «soliciting»...  [με την έννοια «επιδιώκω, εκλιπαρώ ή ζητώ (φορτικά) να μου δοθεί κάτι», «αγρεύω»]


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Και μου ήρθε κάτι καλύτερο: «το αγοραίο» («vice associated with being for sale»).

Η έννοια της θηλυκότητας συνήθιζε να αποδίδεται σε μια γυναίκα που είχε την ικανότητα να κάνει παιδιά. Αποδιδόταν επίσης στο αγοραίο.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70808
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ναι, αλλά η μετάφρασή σου στην αρχή τής πρότασης δεν μου αρέσει καθόλου.

«Συνήθιζαν να αποδίδουν την έννοια της θηλυκότητας», θα πρότεινα.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813070
    • Gender:Male
  • point d’amour
Άλλες λύσεις:

1. Συναλλαγή
2. Ιδιότητα του μίσθαρνου.

Παράβαλε:

Την υποτίμηση της γυναικείας απόλαυσης, που αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία ως μίσθαρνη και σφετεριστική πρωκτικότητα.
–Ζαν Κουρνί, Γιατί οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκης, 2008, σ. 130
« Last Edit: 18 Mar, 2009, 08:34:56 by spiros »


 

Search Tools