engage -> δεσμεύω, δεσμεύομαι, υπόσχομαι, προσλαμβάνω, εργοδοτώ, απασχολώ, κρατώ, προσελκύω, τραβώ, προκρατώ, κλείνω, καπαρώνω, πιάνω, μνηστεύω, αρραβωνιάζω, χρησιμοποιώ, μπλέκομαι σε μάχη, εμπλέκω, εμπλέκομαι, συμπλέκομαι, αναθέτω, απευθύνομαι, κομπλάρω, αναλαμβάνω υποχρέωση, συγκρούομαι με εχθρό, επιτίθεμαι, συμπλέκω, συνδέω, κατακτώ, απορροφώ, αναλίσκω, καταλαμβάνω, καταπιάνομαι, καταγίνομαι, κάνω να συμμετέχει

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
Our company engaged another company in 2001 to provide certain services.

a company engages another company -> μια εταιρεία προσλαμβάνει μια άλλη εταιρεία;

Σίγουρα μπορούμε να πούμε «μια εταιρεία αναθέτει σε μια άλλη εταιρεία κάτι», αλλά λέμε «μια εταιρεία προσλαμβάνει μια άλλη εταιρεία»;
« Last Edit: 06 Mar, 2019, 10:09:24 by spiros »
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812058
    • Gender:Male
  • point d’amour
Από λεξικά:

engage
δεσμεύω, προσλαμβάνω, κρατώ, πιάνω, μνηστεύω, χρησιμοποιώ, απασχολώ, μπλέκομαι σε μάχη, συμπλέκομαι, συγκρούομαι με εχθρό, επιτίθεμαι, συμπλέκω, συνδέω, δεσμεύομαι, υπόσχομαι

To interact contractually
(transitive) To arrange to employ or use (a worker, a space, etc).  
(intransitive) To guarantee or promise (to do something).
(transitive) To bind through legal or moral obligation (to do something, especially to marry) (usually in passive).
https://en.wiktionary.org/wiki/engage





 

Search Tools