intern -> ειδικευόμενος, ασκούμενος, κλινικός γιατρός, κάνω άσκηση, εσωτερικός γιατρός, εσωτερικός ιατρός νοσοκομείου, κάνω ειδίκευση, εκπαιδευόμενος ιατρός, εκπαιδευόμενος γιατρός, εσωτερικός βοηθός, βοηθός, εσωτερικός βοηθός παθολόγου σε νοσοκομείο, εσωτερικός βοηθός χειρουργού σε νοσοκομείο, τρόφιμος φυλακής, εγκλείω, περιορίζω, δεσμεύω, κατακρατώ, θέτω υπό περιορισμό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, θέτω υπό περιορισμό, φυλακίζω




 

Search Tools