tense -> τείνω, εντείνω, σφίγγω, τανύζω, τανύζομαι, προκαλώ τάνυση, υφίσταμαι τάνυση, τεντώνω, τεντώνομαι, τσιτώνω, τσιτώνομαι, είμαι τσίτα, είμαι στην τσίτα, σε ένταση, σφιχτός, σφικτός, τεταμένος, τανυσμένος, τσιτωμένος, τεντωμένος, έντονος, χαρακτηριζόμενος από νευρική υπερένταση, αγωνιώδης, εναγώνιος, αγχώδης, αγχώδες, σε υπερένταση, ανήσυχος, σε εγρήγορση, στενός, χρόνος, χρόνος ρήματος, ηχηρός

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9988
    • Gender:Male
tense -> σε ένταση, τανύζω, τανύζομαι, προκαλώ τάνυση, υφίσταμαι τάνυση, τεντώνω, τεντώνομαι, τσιτώνω, τσιτώνομαι, είμαι τσίτα, είμαι στην τσίτα,  τεντωμένος, σφιχτός, χρόνος
« Last Edit: 21 Oct, 2017, 09:12:48 by spiros »
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)




 

Search Tools