out of pocket (OOP) -> με απώλεια, λιγότερα, άφαντος, δεν τον βρίσκεις πουθενά, χάθηκε από προσώπου γης, σε μετρητά, μετρητά, προσωπικά έξοδα, από την τσέπη μου, εξ ιδίων δαπανών, από τον ίδιο τον ενδιαφερόµενο, προσωπικές δαπάνες, απένταρος, μπατίρης, αδέκαρος, άφραγκος, πανί με πανί, δεν έχει μία, δεν έχει σάλιο, δεν έχω σάλιο, στριμωγμένος, άφραγκος, ρέστος, ταπί, ταπί και ψύχραιμος, έχει αψιλίες, έχει μείνει πανί με πανί, δεν του έχει μείνει φράγκο, σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, σε δεινή οικονομική κατάσταση, δεν έχει δεκάρα τσακιστή, ταπί με ταπί, ξεπαραδιασμένος, χωρίς λεφτά

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813998
    • Gender:Male
  • point d’amour
out of pocket -> με απώλεια, λιγότερα, άφαντος, δεν τον βρίσκεις πουθενά, χάθηκε από προσώπου γης, σε μετρητά, μετρητά, προσωπικά έξοδα, που δεν καλύπτονται από ασφαλιστικό ταμείο, από την τσέπη μου, εξ ιδίων δαπανών, προσωπικές δαπάνες, απένταρος, μπατίρης, αδέκαρος, άφραγκος, πανί με πανί, δεν έχει μία, δεν έχει σάλιο, δεν έχω μία, δεν έχω σάλιο, στριμωγμένος, άφραγκος, ρέστος, ταπί, ταπί και ψύχραιμος, έχει αψιλίες, έχει μείνει πανί με πανί, δεν του έχει μείνει φράγκο, σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, σε δεινή οικονομική κατάσταση, δεν έχει δεκάρα τσακιστή, ταπί με ταπί, ξεπαραδιασμένος, χωρίς λεφτά


In North American financial context an out-of-pocket expenses (or out-of-pocket cost) is the direct outlay of cash that may or may not be later reimbursed.
https://en.wikipedia.org/wiki/Out-of-pocket_expense

Lacking funds, or suffering a loss.
After three races he was £10 out of pocket.
(idiomatic) Of a person, not available; unable to be reached
Of or pertaining to the spending of cash rather than using credit.
https://en.wiktionary.org/wiki/out_of_pocket
« Last Edit: 01 Sep, 2018, 15:20:09 by spiros »


 

Search Tools