spirulina -> σπιρουλίνα

spiros · 7 · 2504

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813196
    • Gender:Male
  • point d’amour
spirulina -> σπιρουλίνα, σπειρουλίνα


Spirulina is the common name for human and animal food supplements similar to Chlorella and Aphanizomenon flos-aquae (Blue Green Algae.) Spirulina comes from two different species of cyanobacteria: Arthrospira platensis, and Arthrospira maxima. These and other Arthrospira species were once classified in the genus Spirulina. There is now agreement that they are a distinct genus, and that the food species belong to Arthrospira; nonetheless, the older term Spirulina remains the popular name. Spirulina is cultivated around the world, and is used as a human dietary supplement as well as a whole food and is available in tablet, flake, and powder form. It is also used as a feed supplement in the aquaculture, aquarium, and poultry industries
https://en.wikipedia.org/wiki/Spirulina_(dietary_supplement)

Η σπιρουλίνα (Spirulina) είναι ένα φαγώσιμο κυανο-πράσινο μικροφύκος.

Αποτελείται από πολλά κύτταρα, που σχηματίζουν μεταξύ τους νημάτια, τα οποία πολλές φορές είναι σπειροειδή. Η σπιρουλίνα περιέχει περισσότερες από 100 πολύτιμες θρεπτικές ουσίες, και αποτελεί, εξισορροπημένο και πλήρες τρόφιμο, ένα από τα πιο πλούσια που μας έχει δώσει η φύση, Έχει πολύ μεγάλη πεπτικότητα (95%), σε σύγκριση με αυτή των περισσοτέρων τροφίμων που είναι μόνο 10 - 15%.

Η σπιρουλίνα παράγει όλες τις θρεπτικές τις ουσίες με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός και το διοξείδιο του άνθρακα της ατμόσφαιρας. Το κυανό χρώμα οφείλεται σε μια πρωτεΐνη, την φυκοκυανίνη, ενώ το πράσινο στη χλωροφύλλη,

Η σπιρουλίνα περιέχει πρωτεΐνη (50 - 70%), λιπίδια (5 - 7%), σάκχαρα (15 - 25%), βιταμίνες (Β1, Β5 και Β6), ιχνοστοιχεία και μέταλλα. Επίσης περιέχει: Βιταμίνη Β12, Σίδηρο, Βιταμίνη Ε, Βήτα Καροτίνη, Αντιοξειδωτικά, Λιπαρά οξέα (βίΑ), Χλωροφύλλη
http://www.spirulina.gr/gr/tieinai.htm
« Last Edit: 27 Aug, 2009, 23:29:24 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813196
    • Gender:Male
  • point d’amour
Βλέπω να το έχουν αλλάξει εδώ ως «σπειρουλίνα». Έχει τη λογική του καθώς είναι σπειροειδές.

http://www.spirulina.gr



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70814
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

vmelas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4932
    • Gender:Female
Βλέπω να το έχουν αλλάξει εδώ ως «σπειρουλίνα». Έχει τη λογική του καθώς είναι σπειροειδές.

Ίσως αλλά είναι γλωσσικό δάνειο άρα θα πρέπει να γραφτεί με την απλούστερη ορθογραφία, συνεπώς θα πρότεινα να διατηρήσετε την ορθογραφία με το γιώτα.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813196
    • Gender:Male
  • point d’amour
Για την ακρίβεια αντιδάνειο μέσω Λατινικών...

spiral (adj.)
1551, from M.Fr. spiral, from M.L. spiralis "winding, coiling" (1255), from L. spira "coil," from Gk. speira "coil, twist, wreath," from PIE *sper- "to turn, twist." The verb is attested from 1834; the fig. sense is from 1922. The noun is first recorded 1656; U.S. football sense is from 1896. Spiral galaxy first attested 1913.
http://www.etymonline.com/index.php?l=s&p=36

Main Entry:   spirulina
Etymology: New Latin, from spirula small coil, diminutive of Latin spira coil
Date: 1977
http://www.merriam-webster.com/dictionary/spirulina

spiral
[ad. med.L. spiralis (Albertus Magnus, a 1255), whence also F. spiral, It. spirale, Sp. espira
OED


vmelas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4932
    • Gender:Female
Ναι, αλλά για να διατηρηθεί η ορθογραφία από την ελληνική λέξη θα πρέπει η λέξη να μην έχει αλλάξει σημαντικά την σημασία της. Η λέξη όμως έχει αλλάξει κατά πολύ την σημασία της άρα δεν ισχύει ο κανόνας διατήρησης της ελληνικής ορθογραφίας (για τους κανόνες που αναφέρω μπορείτε να διαβάσετε τα άρθρα της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη).

Επιπλέον δεν είμαι σίγουρη ότι η λέξη σπείρα είναι αρχαιότερη της ελληνιστικής περιόδου (κάποιος ας κοιτάξει το LJS). Για λέξεις από την Ελληνιστική περίοδο και μετά, που τώρα μας έρχονται ως αντιδάνεια, ισχύει ο κανόνας της απλουστευμένης ορθογραφίας (Δείτε σχετικό άρθρο «Η ελληνική γλώσσα και  η ορθογραφία της» του Γιώργου Παπαναστασίου, εδώ).

σπιρουλίνα 20.200 ευρήματα - σπειρουλίνα 28 ευρήματα...




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813196
    • Gender:Male
  • point d’amour
σπεῖρα, ἡ, anything twisted or wound, ποιεῖν τι οἷον σπεῖραν twist it into a ball, Hp.Morb. 2.33.

2. pl., coils or spires of a serpent, S.Fr. 535 (anap.), Ar.Fr.500; πολύπλοκοι σ. E.Med.481, cf. Ion 1164: so in sg., Nic.Th.156, A.R.4.151, Arat.47,89, etc.

3. rope, cord, Nic.Fr. 74.21, f.l. in Hp.Steril.235; σπείραισι δικτυοκλώστοις with the net's meshy folds, S.Ant.346 (lyr.); ship's cable, Plu.2.507b; padded circle used by women carrying weights on their head, Aët. 12.55; so by Atlas, Apollod.2.5.11; as a lamp-stand, ἀρτεμισίας σ. ἐπὶ τὸν λύχνον PMag.Lond.121.601 (cf. σπειρίον 111); round cushion, IG5(1).1390.24 (Andania, i B.C.).

4. a mode of dressing the hair, Poll.2.31, 4.149.

5. σ. βόειαι thongs or straps of ox-hide to guard and arm a boxer's fist, Theoc.22.80.

6. knot or curl in wood, Thphr.HP5.2.3, Plin.HN16.198.

7. a kind of cheesecake (al. σπῖρα), Chrysipp. Tyan. ap. Ath.14.647d.

8. rounded moulding in the base of an Ionic or Corinthian column, torus, IG12.372.64, Sardis 7(1) No.181 (i A.D.), CIG2713-14 (Labranda), Poll.7.121, Vitr.3.5.3.

9. Geom., anchor-ring, tore, produced by revolution of a circle about a line in its plane but not passing through the centre, Hero *Deff.97, Procl. in Euc.p.119 F.

II. Milit., tactical unit, in the Ptolemaic army, BGU1806.4 (i B.C.); used to translate the Roman manipulus, Plb.11.23.1, al., Str.12.3.18, Plu.Aem.17; κατὰ σπείρας,= Lat. manipulatim, Plb.3.115.12; later, cohort, Act.Ap.10.1, J.BJ3.4.2, IGRom.1.10 (Massilia), 1373 (Egypt), al., OGI208.2 (Nubia, ii A.D.), al. (gen. in this sense always σπείρης, Act.Ap. l.c., POxy.477.3 (ii A.D.), BGU73 (ii A.D.), OGIl.c., etc.).

2. = θίασος, religious college or guild, gen. σπείρης IG14.925 (Portus Trajani); dat. σπείρῃ ib.977 (Rome), Inscr.Perg.319,320; nom. σπεῖρα AEM 14.28 (Roumania); Lat. spira, CIL 6.261 (Rome), al. (cf. σπειράρχης).
LSJ


 

Search Tools