pummel -> γρονθοκοπώ, επιτίθεμαι, κατατροπώνω, χτυπάω, χτυπώ, βαράω, βαρώ, ρημάζω, καταστρέφω, θάβω, γράφω αρνητική κριτική


  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1364
    • Gender:Female
pummel - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com
pummeled - definition of pummeled by The Free Dictionary

Και μια ωραία, μεταφορική χρήση από τον αγαπημένο μου Colm Tóibín, στο βιβλίο του 'The South':
Then at one, half one, two, then a few hours later when the siesta was over when it was time for me to get up and even then I was wrecked, I was pummelled. Even then I only wanted to lie there.
« Last Edit: 04 Jan, 2015, 18:17:47 by spiros »
non compos mentis


Search Tools