stump -> κούτσουρο, πρέμνο, πρέμνον, ρίζα, κούτσουρο δέντρου, κολόβωμα, υπόλειμμα μολυβιού, πασσαλίσκος, ένα από τα τρία κάθετα ξύλα, ρολό για βάψιμο, περπατώ βαριά, κάνω προεκλογική περιοδεία, αφήνω άναυδο, αποστομώνω, κολλάω στον τοίχο

dnassibian

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1364
    • Gender:Female
stump - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com
Πρέμνο - Live-Pedia.gr

She watched the elaborate ritual of felling a tree, the long preparations, the shouting, the resting periods. She was intrigued by the unsettling of nature at its source, the disturbed insect life, bird life, wildlife. And what was left behind resembled a battle scene: stumps of trees, blocks of wood, loose briars, brambles, a shorn world still wrapped in by the forest, an oasis of hurt.
From the novel 'The South', by Colm Tóibín.
« Last Edit: 04 Jan, 2015, 15:03:06 by spiros »
non compos mentis


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812626
    • Gender:Male
  • point d’amour
πρέμνον, ρίζα, κούτσουρο δέντρου, κολόβωμα, υπόλειμμα μολυβιού, πασσαλίσκος, ένα από τα τρία κάθετα ξύλα, ρολό για βάψιμο, περπατώ βαριά, κάνω προεκλογική περιοδεία, αφήνω άναυδο, αποστομώνω, κολλάω στον τοίχο



 

Search Tools