annualized -> ετησιοποιημένος, ετήσιος, κατ' έτος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
annualized -> ετησιοποιημένος, ετήσιος, κατ' έτος


 

Search Tools