interface -> διεπαφή, διασύνδεση, περιβάλλον εργασίας, σημείο επαφής, σημείο σύνδεσης, διεπιφάνεια, συνδετικός κρίκος, δημιουργώ διεπαφή, αναπτύσσω διεπαφή, συνδέω μέσω διεπαφής, έρχομαι σε επαφή, κάνω επαφή, συνδέομαι, διασυνδέομαι, επικοινωνώ, τα λέω, ταυτίζομαι, σμίγω, συναντιέμαι, συναντιέμαι για να τα πω, συναντιέμαι για συζήτηση, φέρω σε διεπαφή, διεφάπτω

spiros · 14 · 5121

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
interface -> διεπαφή, διασύνδεση, περιβάλλον εργασίας

An interface is a point of interaction between two systems or work groups. In the manufacturing environment, the interaction and coordination between a number of work groups communicate plans and control production activity. This interaction can come in the forms of schedule, human interaction, computer systems, or any other medium of communication. A physical interface is the interconnection between two items of hardware
https://en.wikipedia.org/wiki/Interface

In the field of computer science, an interface refers to a point of interaction between components, and is applicable at the level of both hardware and software. This allows a component, whether a piece of hardware such as a graphics card or a piece of software such as an internet browser, to function independently while using interfaces to communicate with other components via an input/output system and an associated protocol.


https://www.microsoft.com/en-us/language/Search?&searchTerm=interface%20&langID=361&Source=true&productid=0

interface (plural interfaces)

The point of interconnection or contact between entities.
Public relations firms often serve as the interface between a company and the press.
(chemistry, physics) A thin layer or boundary between different substances or two phases of a single substance.
If water and oil are mixed together, they tend to separate, and at equilibrium they are in different strata with an oil-water interface in between.
The surface of a lake is a water-air interface.
(computing) The point of interconnection between systems or subsystems.
The data is sent over the air interface to the remote system.
(computing) The connection between a user and a machine.
The options are selected via the user interface.
(computing, object-oriented programming) The connection between parts of software.
This interface is implemented by several Java classes.
Traits are somewhat between an interface and a mixin, as an interface contains only method signatures, while a trait includes also the full method definitions; on the other side mixins include method definitions, but they can also carry state through attributes, while traits usually don't.
(computing, object-oriented programming) In object-oriented programming, a piece of code defining a set of operations that other code must implement.
The Audio and Video classes both implement the IPlayable interface.
(biochemistry) The internal surface of a coiled protein (compare exoface).

interface (third-person singular simple present interfaces, present participle interfacing, simple past and past participle interfaced)

(transitive) To construct an interface for.
(transitive, intransitive) To connect through an interface.
(intransitive) To serve as an interface.
(business, intransitive) To meet for discussion.
Let's interface on Wednesday.

Arabic: تَعْشِيق‎ m (taʿšīq)
Belarusian: інтэрфе́йс m (interfjéjs)
Bulgarian: интерфе́йс m (interféjs)
Chinese:
Mandarin: 接口 (zh) (jiēkǒu)
Cornish: ynterfas m
Czech: rozhraní (cs) n, styčná plocha f
Dutch: koppeling (nl) f, aansluiting (nl) f, raakpunt (nl) n
Esperanto: interfaco
Finnish: liittymäkohta, rajapinta (fi), yhtymäkohta (fi)
French: interface (fr) f
German: Schnittstelle (de) f
Greek: διεπαφή (el) f (diepafí), διεπιφάνεια (el) f (diepifáneia)
Hungarian: határfelület, illesztőegység
Italian: (2,3) (please verify) interfacciamento m, (all) (please verify) interfaccia (it) f
Japanese: インターフェース (intāfēsu)
Korean: 인터페이스 (inteopeiseu)
Macedonian: по́средник m (pósrednik)
Malay: antara muka
Maori: arotuki
Norman: întèrfache f
Norwegian:
Bokmål: grensesnitt n
Nynorsk: grensesnitt n
Persian: رابط‎ (fa) (râbet), واسط‎ (fa) (vâset)
Polish: interfejs (pl) m
Portuguese: interface (pt) f
Romanian: interfață (ro)
Russian: интерфе́йс (ru) m (intɛrféjs)
Serbo-Croatian: interfejs (sh) m, sučelje (sh) n
Sindhi: باهمرُو‎ (sd)
Spanish: interfaz (es) f
Swedish: gränssnitt (sv) n, beröringspunkt c
Turkish: arayüz (tr)
Ukrainian: інтерфе́йс (uk) m (interféjs)
Welsh: rhyngwyneb f

https://en.wiktionary.org/wiki/interface

ar: واجهة; ast: interfaz; az: İnterfeys; be: інтэрфейс; bg: интерфейс; bn: ইন্টারফেস; ca: interfície; ckb: نێوانە; cs: rozhraní; da: grænseflade; de: Schnittstelle; el: διεπαφή; en: interface; eo: interfaco; es: interfaz; et: liides; fa: رابط; fr: interface; fy: ynterfaasje; gl: interface; he: ממשק; hi: इंटरफ़ेस; hr: sučelje; hsb: interfejs; hu: interfész; ia: interfacie; io: interfacio; is: viðmót; it: interfaccia; ja: インタフェース; kk: интерфейс; ko: 인터페이스; ky: колдонуучунун интерфейси; mhr: интерфейс; nl: interface; no: grensesnitt; pl: interfejs; pt: interface; ro: interfață; ru: интерфейс; simple: interface; sk: rozhranie; sl: vmesnik; sr: interfejs; sv: gränssnitt; ta: இடைமுகம்; uk: інтерфейс; ur: سطح البین; vi: giao diện; zh: 介面
« Last Edit: 24 Jun, 2020, 20:39:50 by spiros »







spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
1. περιβάλλον εργασίας χρήστη, περιβάλλον εργασίας, περιβάλλον [για περιβάλλοντα εργασίας χρήστη με γραφικά / GUI]
2. διεπαφή [για υλικό - hardware]
3. διασύνδεση


"Multilingual User Interface (MUI) Support",,"Υποστήριξη πολύγλωσσου περιβάλλοντος χρήστη (MUI)",,"UNK",,"All","Messenger 4.6"
"Interface is not supported by this version of MAPI interop",,"Η διασύνδεση δεν υποστηρίζεται από αυτήν την έκδοση του MAPI interop",,"TXT",,"Windows","Business Contact Manager "


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
ουσ. διασυνδετικό στοιχείο/όριο # τεχνολ. διασυνδετική διάταξη Η/Υ # μηχ. διεπιφάνεια
http://lexicon.pathfinder.gr/pagelet.php?lookup=interface&go=Go

interface   ουσ. κοινό σύνορο δύο σωμάτων || (μεταφ.) σημείο επαφής, εφαπτομένη, κοινά σημεία ή χαρακτηριστικά || (επιστ.) φυσική διαχωριστική επιφάνεια μεταξύ των φάσεων συστήματος || (πληροφορική) διασυνδετικό, προσαρμοστικό
Penguin-Hellenews


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
O διεθνής ορισμός της έννοιας "interface" στην <Τεχνολογία Πληροφοριών> είναι αυτός:

ISO/IEC 2382-1:1993
01.01.38
interface

a shared boundary between two functional units, defined by various characteristics pertaining to the functions, interconnections, signal exchanges, and other characteristics, as appropriate


Και ο ισοδύναμος ελληνικός όρος είναι αυτός:
ΕΛΟΤ 996-1:2008
01.01.38
διεπαφή

κοινό σύνορο μεταξύ δύο λειτουργικών μονάδων οριζόμενο από διάφορα χαρακτηριστικά που αναφέρονται σε λειτουργίες, φυσικές διασυνδέσεις, ανταλλαγές σημάτων και άλλα χαρακτηριστικά, κατά περίπτωση


Δηλαδή η ελληνική απόδοση είναι μία και μόνη: διεπαφή

Τα άλλα αποδίδουν άλλες έννοιες όπως "interconnection", "working environment" και δεν είναι αποδεκτά συνώνυμα της διεπαφής.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
Συχνά απαντά ως συντομευμένη μορφή του «(Graphical) User Interface».

"Browser User Interface",,"Περιβάλλον εργασίας του προγράμματος περιήγησης",,"TXT",,"Windows","Internet Explorer 6"

"Interface is not supported by this version of MAPI interop",,"Η διασύνδεση δεν υποστηρίζεται από αυτήν την έκδοση του MAPI interop",,"TXT",,"Windows","Business Contact Manager "

"Network interface has been disconnected.%0\r\n",,"Η διασύνδεση του δικτύου έχει αποσυνδεθεί. %0\r\n",,"MSG",,"Windows","Internet Explorer 6"


Επίσης:

Διεπαφή, διεπιφάνεια ή διασύνδεση (αγγλ. interface) ονομάζουμε το σύνορο επικοινωνίας μιας οντότητας (π.χ. το κομμάτι ενός λογισμικού, μια συσκευή υλικού, ένας χρήστης, κτλ.) με το περιβάλλον της.
Θεωρούμε ότι η κάθε οντότητα ή υποσύστημα (το κάθε κομμάτι ενός ευρύτερου συστήματος) είναι μια διακριτή οντότητα που μπορεί να επιτελέσει ένα σύνολο λειτουργιών.
Ένα υποσύνολο αυτών εκτελείται κατόπιν αιτήματος από άλλες οντότητες (υποσυστήματα). Η περιγραφή αυτού του υποσυνόλου είναι η διεπαφή της οντότητας με το περιβάλλον της (άλλες οντότητες). Δηλαδή η αλληλεπίδραση μεταξύ δυο οντοτήτων γίνεται με την μια να αιτείται την υλοποίηση μιας λειτουργίας που προσφέρει η δεύτερη μέσω της διεπαφής της.
Τείνουμε να ισχυριστούμε ότι η διεπαφή είναι κάτι το αφηρημένο αφού στην ουσία είναι μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο μια οντότητα θα ζητήσει από μια άλλη να επιτελέσει κάποια λειτουργία σε αντίθεση με την ίδια την οντότητα που υλοποιεί την διεπαφή και η οποία συνήθως είναι διαισθητικά πιο 'πραγματική'.
Το ευρύτερο εννοιολογικό πλαίσιο από το οποίο πηγάζει αυτή η έννοια σχετίζεται με τον αντικειμενοστρεφή προγραμματισμό, την έννοια του συστήματος και της αντικειμενοστρεφούς σχεδίασης πληροφοριακών συστημάτων (π.χ. βλέπε UML).
Η διεπαφή που προσφέρει ένας υπολογιστής στον χρήστη καλείται διεπαφή χρήστη (User Interface, UI). Διεπαφές μεταξύ υλικών οντοτήτων καλούνται φυσικές διεπαφές ενώ αυτές μεταξύ διαφορετικών τμημάτων λογισμικού καλούνται διεπαφές λογισμικού.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE
« Last Edit: 23 Oct, 2010, 18:59:23 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Η διεπιφάνεια είναι στη <χημεία> και η διασύνδεση είναι interconnection και είναι έννοια εντελώς διαφορετική.

Είδα, ότι η Microsoft έχει "γεμίσει τον κόσμο" στα προϊόντα της με "περιβάλλον εργασίας", αλλά φαίνεται ότι έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί τον ειδικό όρο - εστω και δειλά - αφού στα Windows 7 έχει π.χ.:

The provider must implement the custom ID generator interface for non-standard ID formats.[/b] ->  Η υπηρεσία παροχής πρέπει να υλοποιήσει τη διεπαφή του προγράμματος δημιουργίας προσαρμοσμένου αναγνωριστικού για μη τυπικές μορφές αναγνωριστικών.
 




spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour



 

Search Tools