format → μορφοποίηση, διαμόρφωση, μορφή, μορφότυπο, μορφότυπος, σχήμα, οργάνωση, στήσιμο, διαμορφώνω, μορφοποιώ, μορφοτυπώ

spiros · 2 · 5204

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824457
    • Gender:Male
  • point d’amour
format → μορφοποίηση (κειμένου), διαμόρφωση (δίσκου), μορφή, μορφότυπο, μορφότυπος (αρχείου)
« Last Edit: 05 May, 2021, 11:33:04 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Για τη σύγχυση μορφής (form) και μορφοτύπου (format) βλέπε: Ορόγραμμα αρ.43: «Ο όρος format = μορφότυπο και άλλοι συναφείς όροι από την Πληροφορική και τις Τηλεπικοινωνίες» (συνημμένο επίσης).

formμορφή (η γενική έννοια)
formφόρμα
printed formέντυπο (εκτυπωμένη φόρμα)
screen formοθονότυπο (φόρμα οθόνης)
format {n.}μορφότυπο
format {v.t.}μορφοτυπώ
reformat {v.}επαναμορφοτυπώ
format {a document}μορφοτυπώ {έγγραφο}
format identifierαναγνωριστικό μορφοτύπου
basic formatβασικό μορφότυπο
extended formatεπεκτεταμένο μορφότυπο
data object formatμορφότυπο αντικειμένου δεδομένων
document formatμορφότυπο εγγράφων
format conventionσύμβαση μορφοτύπου
format descriptionπεριγραφή μορφοτύπου
format effectorμορφοτυποποιητής, ελεγκτήρας μορφοτύπου
format errorσφάλμα μορφοτύπου
interchange formatμορφότυπο ανταλλαγής
document interchange formatμορφότυπο ανταλλαγής εγγράφων
information element formatμορφότυπο στοιχείου πληροφορίας
formattingμορφοτύπηση
data formattingμορφοτύπηση δεδομένων
formatting rulesκανόνες μορφοτύπησης
formatting processδιεργασία μορφοτύπησης
document formattingμορφοτύπηση εγγράφου
formattedμορφοτυπημένος
formatted documentμορφοτυπημένο έγγραφο, μορφοτυπημένο τεκμήριο
formatted document architectureαρχιτεκτονική μορφοτυπημένων εγγράφων
formatted formμορφοτυπημένη φόρμα, μορφοτυπημένη μορφή
formatted processable formμορφοτυπημένη επεξεργάσιμη φόρμα
simple formattable documentαπλό μορφοτυπήσιμο τεκμήριο, απλό μορφοτυπήσιμο έγγραφο



 

Search Tools