Author Topic: Γλωσσάρι Νίκου Τσιφόρου  (Read 13029 times)

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3187
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
Γλωσσάρι Νίκου Τσιφόρου
« on: 25 Jun, 2006, 05:08:16 »
Α
αετός νυχάτος = πολύ έξυπνος άνρθωπος
αηδόνι = διαρρηκτικό εργαλείο
ακονισμένος = έξυπνος
ακούμπι = ενέχυρο
ακριδάτος = ματσαράγκας, πονηρός, καταφερτζής
αλαφροΐσκιωτος = γρήγορος, έξυπνος, ακίνδυνος
αλέθω το ίδιο βρωμάρι = επαναλαμβάνω
αλφάδι = πρώτης τάξης
αλωνίζω τ’άχερο = καθορίζω την κατάσταση
αμάλλιαγος = άπειρος, πρωτάρης
αμολάω λίγδα = προδίδω
ανάβω φουφού = δημιουργώ μπελάδες
ανθίζομαι = καταλαβαίνω
ανοίγω μπερντέ = φανερώνω
ανοίγω μπουρού = γκρινιάζω
ανοίγω πλώρη = βαδίζω, περπατώ
ανοίγω υπόνομο = προδίδω μυστικό
ανοίγω φεγγίτη = καλοϋποδέχομαι
ανοιχτό το καλντερίμι = ελεύθερα
αντάμης = φίλος, αδερφός
απλώνω = τακτοποιούμαι, βολεύομαι
από φελλό = άμυαλη
αρμενίζω βαθύ ρέμα = πορεύομαι, ενεργώ απερίσκεπτα
αρμυρή = η ανοιχτή θάλασσα
ασημένια τσέπη = πλούσιος
άσπρη = ηρωίνη
αυγοτάραχο = ζευγάρωμα
αφήνω καλάμι = εγκαταλείπω
αφήνω φλούδα = αφήνω απένταρο
αφρίζω = ξεχωρίζω, διαλέγω
αφρός = εκλεκτός
αψηλό ρετιρέ = αριστοκρατία

Β
βάζω βούλα = σημαδεύω, γίνομαι στόχος απόψεων
βάζω θλιβερή μουτσούνα = ασχημίζω
βάζω στην χοντρική πώληση = αχρηστεύω
βαράω μπουρού = λέω, εμπιστεύομαι
βγάζω από τη εγγενή = ανανεώνω
βγάζω λαγό = φέρνω αποτέλεσμα
βγάζω τα ντούκα = αποκαλύπτω
βγαίνει καπνός = βγαίνει φήμη
βγαίνει μούχλα = φανερώνονται μυστικά
βεντουζιάζω = κολλάω, γίνομαι φορτικός
βίγλα = σκοπιά
βιδέλο = κορόιδο
βλεφαρίζω = βλέπω
βρέχω το θλιβερό = δακρύζω
βρίσκομαι στον ίσκιο = είμαι απένταρος
βρυκολακάτα =αθόρυβα

Γ
γαζώνω το στόρμια = περνώ την κακοτοπιά
γαζώνω φόδρα = βολεύομαι
γαλάρα = αποδοτικά
γαλατόμαγκας = συμπαθητικός νέος αλλά καλομαθημένος
γατζώνω ρεμούλκα = είμαι σελέμης
γεμίζω την κάλτσα = κάνω οικονομίες
γιαλαντζί = ψευτικός
γιατρός = έκφραση χαρτοπαγνίου, που σημαίνει «αξιοπρεπής πελάτης»
γιουσουρουμέικο = εξευτελισμένο, χάλια
γκεζί ανώμαλο = καλή συνάντηση
γλαβάνη με τον όφι = η αμαρτία, η αξιόποινη πράξη
γλαροδόλωμα = κουτός, ανόητος
γραδάρω = υπολογίζω
γραφή = απόφαση δικαστική
γυμνοσάλιαγκας = εμπόδιο

Δ
δαγκώνω ξυλοκέρατο = καταπίνω προσβολή
δαγκώνω την κάνουλα = υποχωρώ
δαμάσκηνο =σφαίρα
δεματιάζω = συλλαμβάνω
δένω κόμπο ναυτικό =εξασφαλίζομαι
δίνω θεμέλιο = προσέχω, εκτιμώ
δίνω πόμολο = δίνω υποψίες
δίνω πορεία = πληροφορώ
διπλοβράχιολο = χειροπέδες
δόντι = ο δυνατός, αυτός που έχει τα μέσα
δοντιά = δόση χασισιού που κόβεται με το δόντι
δοντιαστός = ο δυνατός, ο σημαίνων
δούλευε τελέγραφο = λέγε γρήγορα

Ε
είμαι του ψυγείου = είμαι απαθής
είναι ψωμί = είναι χεροδύναμος
ελεύθερη τσάρκα = αποφυλάκιση
ένα καντάρι κουβέντα = κουβέντα βαρεία
έναν παρά = μια ζυγαριά
εξάτμιση = στεναγμός
έχω βαφή =  έχω κακή δοσοληψία, ύποπτα προηγούμενα
έχω γραφτά = έχω τίτλους, έχω προσόντα
έχω καλλυντικά = έχω διασκεδάσεις
έχω κάνει καθαριότητα = έχω κάνει φόνο
έχω νεφρό = έχω θάρρος

Ζ
ζαρντιάζω = βολεύω
ζουμπά = σημάδι, διάνα

Η
η απόξω = η εξωτερική τσέπη που μπαίνουν τα πρόχειρα, τα χωρίς σημασία
η μάντρα έχει φράχτη = η δουλειά έχει δυσκολία

Κ
καδρόνι από μυαλό = βλάκας
καθάρισε τη φάβα = μίλα καλά
καθαρός = απένταρος
κάθομαι φακίρης στο καρφί = έχω έγνοια, στεναχώρια
καλλιόπη = χτένι = τρόποι χαρτοκλεψίας
καμπίσιο = φτωχό, ασήμαντο
κάνει τη γαλάζια κορδέλα = κάνει την αγνή (για γυναίκα μόνο)
κάνω απώσον = διώχνω
κάνω βδελλάτο = κολλάω άσχημα
κάνω γκεζί = συμφωνώ
κάνω ζύγια = υπολογίζω
κάνω καλντερίμι = (επί πόρνης) αναζητώ πελάτες στον δρόμο
κάνω κεφάλι = κάνω κέφι
κάνω κοντάρι = είμαι εξαρτώμενος
κάνω λακρεντί = υποχωρώ
κάνω μόστρα = επιδεικνύομαι
κάνω μπούκα = κάνω διάρρηξη
κάνω μόκο = σιωπώ
κάνω περίπολο = συχνάζω
κάνω πορεία = βολεύομαι
κάνω ρετάλι = εξευτελίζω
κάνω σέρβα = προσφέρω
κάνω στο ανοιχτό = δεν πλησιάζω, δεν ενοχλώ
κάνω στοπαριστό =σταματώ
κάνω σφουγγάρι = εκβιάζω
κάνω την τρελλή μου = κάνω αταξίες, σπατάλες
κάνω το στητό καδρόνι = καμαρώνω
κάνω τουμπεκί = σιωπώ, κάνω τον κουτό
κάνω τρακαριστό = βρίσκω τυχαία
κάνω χτένι = κανονίζω, καθορίζω
καραγκιοζάκι = κάλπικο ζάρι, από κείνα που κλέβουν
κάρδαμος = γερός, χεροδύναμος
καρούτα = άχρηστος, ανάξιος
καταπίνω το σκουμπρί = πιστεύω
καψουρεύομαι = ερωτεύομαι, παθιάζομαι
καψουρεύω = γουστάρω
κελαϊδάει το σίδερο = πυροβολεί το πιστόλι
κλειστή γρίλια = φυλακή
κόβω κότα = κατασκοπεύω
κόβω μάπες = εξεργάζομαι πρόσωπα, παρατηρώ
κόβω τη βασιλόπιτα = μοιράζω
κόβω χαφτάνι =διακόπτω
κόκαλο = ζάρι
κοκοράκι =σκονάκι
κολλαροκόλληση = τύλιγμα με έγγραφα
κολοκοτρωνάτα = αγαλμάτινα
κολοκυθοκορφάδα = καλοπέραση
κόνξες = κόλπα, πείσματα, αναποδιές
κόντρα πάσα = επιστροφή πράγματος
κοντραπλακέ = ηλίθιος
κορδόνι χωρίς κόμπο = κανονικά, τίμια
κότσος = κορόιδο
κουβάς με φρόκαλο = σκουπιδοτενεκές
κουβέρτα = το τραπέζι της κυβοπαιξίας
κουκκί = ψήφος
κουκουνάρι = αφελής
κουκουναριά = η μηχανή, η πονηρή δουλειά
κουλάφας = τιποτένιος
κουμαντάρω τα κόζα = διευθύνω
κουνιστή πολυθρόνα = αρσενικός θηλυπρεπής
κουνουπάτα = ψιθυριστά
κουνουπίδι = βλάκας
κουπί = το χέρι
κουσουμάρω = ζυγίζω με το μάτι
κουτούκι = καταφύγιο, σπίτι, μαγαζί
κούτσουρο = τάλληρο
κούφια αχιβάδα = χωρίς σημασία
κοφτή = μαχαίρι
κρατώ τεντωμένη κλωστή = διατηρώ σχέσεις
κρεμάστρα = ηλίθιος
κρεμάω πλισέ = κάνω ρυτίδες
κρυάδα = ανάγκη

Λ
λαδή = δηλαδή
λαδιά = καταγγελία = υποψία
λακκούβα με ασβέστη = πονηριά, έγκλημα, παράβαση
λακρεντί = ομιλία
λαμαρίνα ζουπηγμένη = φιλοδοξία, μεγαλομανία, από ψώνιο
λαμόγια = αβανταδόρος, παίχτης ψεύτικος που παρασύρει τους άλλους
λαχανάς = πορτοφολάς, κλέφτης πορτοφολιών
λεκάνη = ιερόδουλος, πόρνη
λευκή = η ηρωίνη
λιμοκοντοράκι = το πενηντάρι
λιχουδιάζω = περιπαίζω
λούκια = δαπάνες, σπατάλες
λουκούμι = δουλειά με πολλά λεφτά
λουλουκιαστά = τα σεντόνια
λουλούκες = ορχήστρα πνευστών
λυπητερή = λογαριασμός
λουφές = εισόδημα ποσοστό

Μ
μαβιά βούλα = σεσημασμένο
μάγκας της άφρας = ασήμαντος
μανιτάρι = απάτη με κλεψιά
μανιταριτζής = αυτός που κλέβει με τη μέθοδο «μανιτάρι»
μάπα = παλιό, άχρηστο, κακή ποιότης, πρόσωπο
μασάω κάγκελο = είμαι έξω φρενών
μασάω το τσουένι = δεν αντιλαμβάνομαι την απάτη
ματσώνω = δίνω λεφτά
μαύροι = αστυνομικοί
μ’εκανε όπισθεν = με αποστόμωσε
μελαχροινή = χασίς
μένω με σιρόπι στην πίτα = ευχαριστιέμαι, ενθουσιάζομαι
μένω φέρμα = στέκομαι επιφυλακή
μέσα πολιτεία = φυλακή
μεσοτοιχία = στενή σχέση
μεταφράζω = πουλώ
μετερίζι = καταφύγιο
με το στεγνό = με το ζόρι
μέχρι ψίχα μύγδαλο = μέχρι τα μυστικά
μοιράζω κερήθρες = μιλάω γλυκά, υπόσχομαι
μονό λιανοτάρι = δραχμή
μονόρριγος = ιδιότροπος, ίσιος
μουλώνω = παύω να μιλώ
μουργέλα = τεμπελιά
μουργιάζω το λάδι = παχαίνω τεμπέλικα
μούρη τσιγγελάτη = κρεμασμένα μούτρα
μπακίρια = λεφτουδάκια
μπαλαντέρ = ικανός και αφελής
μπαρμπουτιέρα = εκεί που παίζουν ζάρια
μπασκίνι =χωροφύλακας
μπάτσος = αστυνομικός
μπεγλεράω = κουνώ
μπιτσάκι = μαχαίρι
μπιτσακτζής = μαχαιροβγάλτης
μπουζουριέρα = κάτι που καλύπτει, πρόφαση, καταφύγιο
μπουκαδόρος = κάποιος που κάνει διάρρηξη
μπουράσκα = ο νοτιάς
μπρισίμι = κορόιδο
μπρατσεράτος = καμαρωτός, σαν μπρατσέρα
μπραφ = φευγιό, ή απότομο μπάσιμο
μυγδαλωτό = πονηρό, σκανδαλιάρικο
μυρίζομαι την άνοιξη = μπαίνω στο νόημα
μυτιά = δόση πρέζας που παίρνεται από τη μύτη

Ν
ναμικιόρης = αχάριστός
νερό = αβανταδόρος
νεροφιδίσα = πολύ και γρήγορα, σαν νεροφίδα (λέγεται για το ποτό μόνο)
νεφρό = κουράγιο
νηοπομπή = συνοδεία
νιόνιος = βλάκας
νογάω = καταλαβαίνω
νταβάς, νταβατζής = αγαπητικός, σωματέμπορος, εκμεταλλευτής
ντου = έφοδος, επιδρομή
ντούκος = ψευτοεπίδειξη

Ξ
ξανθαίνω περούκα = είμαι ικανός
ξάφρα = κλοπή
ξενερώνω = συνέρχομαι
ξεντουζενιάζω = είμαι άκεφος
ξεράθηκα = κοιμήθηκα
ξέρω τη φτιάξη = ξέρω τις πονηριές (στα ίσια, όλες)
ξεσηκώνω χασέ = ανακαλύπτω
ξέφτι = εξευτελισμός
ξηγιέμαι = τα λέω αντρίκια
ξηλώνομαι = πληρώνω

Ο
όπου πιάνει πόμολο = όπου βρη ευκαιρία

Π
παγκουέ = μετρητά
παιδί της άφρας = παλιόμουτρο
παιδί της καλούμπας = ο μικρός μάγκας που κάνει αστεία
παιδί της λίγδας = βρωμόμουτρο
παίρνω κουταλιά = χαϊδεύω ελαφρά
παίρνω στον ίσκιο μου = προστατεύω
παίρνω το σκοινί = αναλαμβάνω πρωτοβουλία
παίχτης = κομπολόι
παλληκάρι της μπουκάλας με τη φάβα = γελοίος ψευτοπαλληκαράς
πανί λευκό = πεδίο ελεύθερο
παντόφλα = πορτοφόλι
παπαρούνα = όπιο
παπούς = κατοστάρικο
παρατάω τον ονειροκρίτη = αφήνω τα ημίμετρα
παρτσινέβελος = σύρτης
περπατημένος = πεπειραμένος, έξυπνος
περπατώ με την όπισθεν = υποχωρώ
περπατώ στεγνά = πάω στα σίγουρα
πέτα σήμα = λέγε μυστικό
πετάω πετιμέζι = κάνω χάδια
πετάω σάλιο = φανερώνω μυστικό
πετάω ψίχουλα = κουβεντιάζω εμπιστευτικά
πετιμέζι = επικερδής βρωμοδουλειά
πέφτουνε στο συρτάρι = στη γκανιότα
πέφτω στη λακκούβα με τη φάβα = υποπτεύομαι
πέφτω στη λάντζα = ξεπέφτω
πέφτω στη μάρκα = με υποψιάζονται
πέφτω στη μικρή κλωστή = ξεπενταριάζομαι
πουρέκλω = γριά
πέφτω στο καλομέλανο = βρίσκω εμπόδια
πέφτω στο μπρισίμι = πέφτω σε δυσκολίες, παγιδεύομαι
πέφτω στο πάτωμα = έρχομαι στην πραγματικότητα
πέφτω στην τσιμεντόπλακα = είμαι χωρίς δουλειά, περιφρονημένος
πιάστηκα στόκο = μεγαλοπιάστηκα
πιατάκι = πόστο, περιφέρεια
πίνω πηγαδίσιο νερό = αρκούμαι στα ολίγα
πίτουρο = δόλωμα
πιτσιπίτσι = λέγειν
πέφτω στην μπούκα = του πέφτω μπροστά
πριτσίνι = καρφί
πρώτο = λίρα χρυσή

Ρ
ράφι= νοικοκυριό
ρεμάλι = χαμένο κορμί
ρέφα = μερίδιο
ρεφούζι = δεύτερης πιοτής (είδος καπνού με φύλλο κατώτερο)
ρίχνω αλλού τη βάρκα = αλλάζω κατεύθυνση, κοροϊδεύω με άλλο σύστημα
ρίχνω κοκκαλιές = παίζω ζάρια
ρίχνω κολατσό = κάνω το τραπέζι
ρίχνω λουκούμι = κάνω κόρτε
ρίχνω μπαταρέλα = παίρνω στην κοροϊδία, περιφρονώ
ρίχνω προζύμι = δίνω πληροφορίες
ρίχνω χαλίκι = προετοιμάζω
ρολάρω = τυλίγω, παρασύρω
ρολόι τυλιχτό = ρολόι του χεριού
ροσολάτο = γλυκό σαν ροσόλι

Σ
σακαράκα = σπαθί στρατιωτικό μακρύ και φαρδύ
σακουλετζέμ; = κατάλαβες;
σαλάμια του άερος = κοινός άνθρωπος
σαματατζής = εκείνος που κάνει φασαρία, παλληκαράς
σανός = είσπραξη
σαρακοστιανό σκαλτσούνι = αγράμματος
στούμπος = βλάκας
σεντόνι = μεγάλο χαρτονόμισμα
σεργιάνι = χάζι
σερμαγιά = κομπόδεμα
σεσουλιάζω = μαζεύω
σιδεράτος = πιστολοφόρος
σίδερο = όπλο
σιδερομύγδαλο = δυσκολία
σιδερώνω = βάζω στα σίδερα, συλλαμβάνω
σικέ = φτιαχτό, κίβδηλο
σίελε = η πιάτσα
σκαθάρι = έξυπνος, πονηρός, σκανταλιάρης
σκονίζω = πίνω
σκόνη = προηγούμενα, επιβαρυντικά
σκουλήκι = μόνος, έρημος
σοροπάτος = γλυκός
σούμα = λογαριασμός
κουπάκι = ασήμαντο
σούστα = σουγιάς αυτόματος
σπάζει η βιτρίνα = χαλάει η δουλειά
σπάζω = φεύγω
σπάω μπαρούμα = διακόπτω
στεγνό λαγίνι = απένταρος, φουκαράς
στενή = φυλακή
στενάζω της πηγάδας = στενάζω βαθιά
στενάχωρο =δαχτυλίδι
στενεύουνε = τον φυλακίζουν, τον βάζουν στη στενή
στενός δρόμος = καλντερίμι, πορνεία
στήνω ξοβεργάτη = παρακολουθώ κρυφά
στήνω πυροστιά = κάνω νοικοκυριό
στη ρίγανη = ιδιαιτέρως
στίψη = φτώχια
στρίτζος = ανάποδος, ζόρικος
στέκα όρθια = καμαρωτός
στον ήσκιο = στα κρυφά
στο όμικρον = στην καζούρα
στο σέτε = στην απενταρία
στο χωνάκι = στην αφάνεια, ο ασήμαντος
στρίτζωμα = κάνω τον ιδιότροπο
στρώνω κουβέρτα = λέω το σωστό
στρώνω κουρελού = κάνω νοικοκυριό
στρώνω μπατανία = κάνω φασαρία, καθαρίζω μια εκρεμμότητα
συκωτάκι = γραβάτα φιγουράτη
σφόλι = προκλητική κουβέντα

Τ
ταγαρώνω = γίνομαι ενοχλητικός
ταμπακιάζω = εκτιμώ
τάρα = περιττό βάρος, προσβολή
ταρατσώνω = χορταίνω
ταράφι = κύκλος
ταρσανάς = ναυπηγείο
τελβές = κατακάθι
τέλια = ειδήσεις
τεμπερισάτο = βερεσέ, με πίστωση
τέρτσος = ο χάνων
τζες = μόρτης, μάγκας, παιδί
τζιβάνα = επιστόμιο
τζιμάνι = φίνος, καλός, έξυπνος
τζίνι = έξυπνος
τζιβαέρι = χρυσαφικό
τζούρα = μικρή δόση, μικρό μπουζούκι
την ψυλλιάζομαι = υποπτεύομαι
τη φουντώνω = ανάβω τσιγάρο με χασίς
τιμπιρίσι = κουμπαράς
τιριτίρι = κουμπαράς
τίρος = ο κερδίζων
τογκαδόρος = ειδικότης καπνεργάτη που κάνει δέματα καπνού (τόγκες)
το μαβί στην κεφάλα = το αίμα στο κεφάλι
τον ρίχνω = τον κοροϊδεύω
τόρος = ίχνος
τούφα = ύπνος
τραμπάλα = πίστωση
τραμπούκος = πληρωμένος παλληκαράς
τράτα = κρυφό χαρτοπαίγνιο
τριόμφο = παιχνίδι με τράπουλα
τρώω λάχανο = πιάνω κορόιδο
τρώω σουπιά = πιστεύω, εμπιστεύομαι
τσάι = η ιατρική εξέταση των ιεροδούλων
τσάκα = το τσάκισμα του υφάσματος
τσάκα πράμα = βγάζω χρήματα, κερδίζω πολλά
τσαμασίρι = εξάρτημα, όπλο, στολίδι, αντικείμενο
τσαμπουκάς = στεναχώρια, υποψία
τσαρδί = σπίτι, στέγη, καταφύγιο
τσάρκα = βόλτα
τσαρκάρω = κάνω βόλτες αργόσχολες
τσέρκι = στεφάνι
τσιγγέλι = υποδικία
τσίκα = χασίς
τσικιρικίτζης = καταφερτζής
τσιρδουλή = φανταχτερή
τσιριμπαμπούμ = φασαρία, τελετή
τσιριμπάσης = αρχηγός, διευθυντής
τσιτσίρια = τα χρειώδη
τσίφτης = λεβέντης
τσοκ μπερντέ = πολλά λεπτά (διάλεκτός ανωμάλων)
τσόλι = ασήμαντο
τσουλήθρα = ξεπεσμός
τσουλούφι = τιποτένιος
τσουλουφιάζω = αρπάζω
τσουρνεύω = κλέβω με ξάφρισμα

Υ
υφάσματα του πελάγου = λαθραίος ρουχισμός απ΄αυτόν που φέρνουν οι ναύτες λαθραία

Φ
φασινάρω = ξεπλένω
φεγγίτης = γυαλιά
φεγγιτιάζω = κυττάζω
φερμεζότο = το κλείσιμο, ο αποκλεισμός
φέρνω βόλτα την κουβέρτα = κερδίζω όλους τους παίκτες του κύκλου
φέρνω στο καράτι = εκτιμώ
φιδιάζω = κάνω το φίδι, σέρνομαι
φλομέ = πείσμα, νευρικότης
φουμάρω φούντα = κοροϊδεύω
φούντα = χασίς
φουντανέλα = τσιγάρο στριφτό με χασίς
φουντάρω = ρίχνω στη θάλασσα
φουντούκι = στενοχώρια, υποκρισία, ψέμα
φράχτης = ο υπόκοσμος
φρόκαλο = σκουπίδι
φτερό = αθώος
φτύνω = προδίδω
φυντάνι = καινούργιος

Χ
χάνωσα = απόρησα
χασμουρήθηκε = βαρέθηκε
χήνα = χιλιάρικο
χοντρή κοιλιά = πλούσιος
χοντρό δαμάσκηνο = κακή κουβέντα
χοντρό σκοινί = μεγάλη δουλειά, μεγάλη φασαρία
χόρτο = χασίς
χωρίζω γαβάθες = δεν έχω παρτίδες πια

Ψ
ψιλή βελονιά = αδικία
ψιλοτάρι = ασήμαντος
ψωνίζω την Αγγελικούλα = τρελλαίνομαι

Ω
ωχρή = χρυσή λίρα
ώρα με βουρδούλακες = μεσάνυχτα

Copyricht/Copyright: N. Tσιφόρος, 1966
« Last Edit: 25 Jun, 2006, 05:10:34 by elena petelos »


epicuros

  • Semi-Newbie
  • *
  • Posts: 1
Re: Γλωσσάρι Νίκου Τσιφόρου
« Reply #1 on: 07 Feb, 2010, 07:34:27 »
Ένα μεγάλο "Μπράβα" για τη δημοσίευση. Σκόπευα να φτιάξω εγώ ένα τέτοιο λεξιλόγιο του Ν. Τσιφόρου που τον θαυμάζω ως συγγραφέα και λαογράφο. Το είχα ξεκινήσει, μάλιστα, αλλά σκόνταψα σε μερικές λέξεις των οποίων δεν μπορούσα να βρω την ακριβή έννοια.

Σ' ευχαριστώ για την καλή αυτή δουλειά.
« Last Edit: 25 Apr, 2015, 10:53:14 by spiros »

Vrastaman

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 316
  • Gender: Male
Re: Γλωσσάρι Νίκου Τσιφόρου
« Reply #2 on: 05 Jan, 2012, 14:48:26 »
Εξαιρετική δουλειά, την σφετεριζόμαστε :-)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 486593
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: Γλωσσάρι Νίκου Τσιφόρου
« Reply #3 on: 05 Jan, 2012, 15:49:34 »
Σου ξεφύγανε κάποια html

έχω βαφή: έχω κακή δοσοληψία, ύποπτα προηγούμενα
« Last Edit: 22 Sep, 2017, 13:29:07 by spiros »