Cesare Pavese -> Τσέζαρε Παβέζε

spiros · 4 · 3618

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810743
    • Gender:Male
  • point d’amour
Cesare Pavese (9 September 1908 – 27 August 1950) was an Italian poet, novelist, literary critic and translator; he is widely considered among the major authors of the 20th century in his home country.
Cesare Pavese was born in Santo Stefano Belbo, in the province of Cuneo. It was the village where his father was born and where the family returned for the summer holidays each year. He started infant classes in San Stefano Belbo, but the rest of his education was in schools in Turin. His most important teacher at the time was Augusto Monti, writer and educator, whose writing style was devoid of all rhetoric.
As a young man of letters, Pavese had a particular interest in English-language literature, graduating from the University of Turin with a thesis on the poetry of Walt Whitman. Among his mentors at the university was Leone Ginzburg, expert on Russian literature and literary critic, husband of the writer Natalia Ginzburg and father of the future historian Carlo Ginzburg. In those years, Pavese translated both classic and recent American and British authors that were then new to the Italian public. […]

Poems published in Translatum:

Back to index of world poetry
« Last Edit: 02 Apr, 2017, 12:09:51 by spiros »

Offline Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Cesare Pavese, And then we cowards | Translated By Geoffrey Brock

E allora noi vili
Cesare Pavese

E allora noi vili
che amavamo la sera
bisbigliante, le case,
i sentieri sul fiume,
le luci rosse e sporche
di quei luoghi, il dolore
addolcito e taciuto -
noi strappammo le mani
dalla viva catena
e tacemmo, ma il cuore
ci sussultò di sangue,
e non fu più dolcezza,
non fu più abbandonarsi
al sentiero sul fiume -
- non più servi, sapemmo
di essere soli e vivi.

And then we cowards
Cesare Pavese

And then we cowards
who loved the whispering
evening, the houses,
the paths by the river,
the dirty red lights
of those places, the sweet
soundless sorrow—
we reached our hands out
toward the living chain
in silence, but our heart
startled us with blood,
and no more sweetness then,
no more losing ourselves
on the path by the river—
no longer slaves, we knew
we were alone and alive.

Source: Poetry Foundation / ‘And then we cowards’ from Dissaffections: Complete Poems 1930-1950 by Cesare Pavese. Published in 2002 by Copper Canyon Press. Used by permission Copper Canyon Press.
« Last Edit: 02 Apr, 2017, 09:01:42 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810743
    • Gender:Male
  • point d’amour
Cesare Pavese, Abitudini (Τσέζαρε Παβέζε, Συνήθειες) [μετάφραση: Σπύρος Δόικας]

Cesare Pavese

Sull'asfalto del viale la luna fa un lago
silenzioso e l'amico ricorda altri tempi.
Gli bastava in quei tempi un incontro improvviso
e non era piú solo. Guardando la luna,
respirava la notte. Ma più fresco l'odore
della donna incontrata, della breve avventura
per le scale malcerte. La stanza tranquilla
e la rapida voglia di viverci sempre,
gli riempivano il cuore. Poi, sotto la luna,
a gran passi intontiti tornava, contento.

A quei tempi era un grande compagno di sé.
Si svegliava al mattino e saltava dal letto,
ritrovando il suo corpo e i suoi vecchi pensieri.
Gli piaceva uscir fuori prendendo la pioggia
o anche il sole, godeva a guardare le strade,
a parlare con gente improvvisa. Credeva
di saper cominciare cambiando mestiere
fino all'ultimo giorno, ogni nuovo mattino.
Dopo grandi fatiche sedeva fumando.
Il piacere piú forte era starsene solo.

È invecchiato l'amico e vorrebbe una casa
che gli fosse più cara, e uscir fuori la notte
e fermarsi sul viale a guardare la luna,
ma trovare al ritorno una donna sommessa,
una donna tranquilla, in attesa paziente.
È invecchiato l'amico e non basta piú a sé.
I passanti son sempre gli stessi; la pioggia
e anche il sole, gli stessi; e il mattino, un deserto.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l'aspetti, non vale la pena.

Τσέζαρε Παβέζε (μετάφραση: Σπύρος Δόικας)

Στο πλακόστρωτο του πίσω δρόμου το φεγγάρι λιμνάζει
σιωπηλό κι ο φίλος μας τα περασμένα αναπολεί.
Τότε που του αρκούσε μια τυχαία συνάντηση
για να μη νιώθει πλέον μόνος.
Τότε, που του άρεσε ν’ αγναντεύει το φεγγάρι
και να ρουφάει της νύχτας τ’ αρώματα.
Μα πιο γλυκό, θυμάται, ήταν το άρωμα της γυναίκας
Που θα συναντούσε, η σύντομη περιπέτεια στην ετοιμόρροπη σκάλα.
Η γαλήνια κάμαρη και η επιθυμία να ζήσει εκεί για πάντα
Γέμιζαν την καρδιά του. Ύστερα, κάτω από το φως του φεγγαριού,
με μεγάλες αργόσυρτες δρασκελιές θα επέστρεφε, ευτυχισμένος.

Εκείνο τον καιρό ήταν ο καλύτερος φίλος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι
ξανασμίγοντας με το κορμί του και τις αναμνήσεις του.
Του άρεσε να βγαίνει έξω στη βροχή ή να την αράζει στον ήλιο
να χαζεύει την κίνηση του δρόμου
και να πιάνει κουβέντα με τους περαστικούς.
Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε ν’ αλλάζει επάγγελμα κάθε πρωί,
μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του.
Μετά, αποκαμωμένος, άραζε κάπου για να κάνει το τσιγάρο του.
Τότε, θυμάται, η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να είναι μόνος.

Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και θα ’θελε ένα σπίτι ζεστό,
θα ’θελε να βγαίνει τις βόλτες του το βραδάκι
και να την αράζει στο πλακόστρωτο χαζεύοντας το φεγγάρι,
αλλά, σα γυρνάει σπίτι, να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα γαλήνια, να τον περιμένει υπομονετικά.
Πάει, γέρασε ο φίλος μας, και η μοναξιά του ’γινε βάρος.
Οι περαστικοί διαβάτες είναι πάντα οι ίδιοι· ο ήλιος
και η βροχή, απαράλλακτοι· και το χάραμα, έρημος.
Δεν αξίζει τον κόπο να παιδεύεται κανείς πλέον,
και να βγαίνει έξω στη φεγγαράδα, άμα κανείς δεν τον περιμένει,
αλήθεια σας λέω, δεν αξίζει τον κόπο.

« Last Edit: 05 Apr, 2017, 09:37:45 by spiros »

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810743
    • Gender:Male
  • point d’amour

Anche tu sei l’amore

Anche tu sei l’amore.
Sei di sangue e di terra
come gli altri. Cammini
come chi non si stacca
dalla porta di casa.
Guardi come chi attende
e non vede. Sei terra
che dolora e che tace.
Hai sussulti e stanchezze,
hai parole – cammini
in attesa. L’amore
è il tuo sangue – non altro.

Έρωτας είσαι κι εσύ

Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.

μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής


Search Tools