επικαρπία -> usufruct

vmelas · 1 · 4157

vmelas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4932
    • Gender:Female
Όρος πηγή: επικαρπία
Ορισμός: (νομ.) το εμπράγματο δικαίωμα κάποιου να χρησιμοποιεί ή να εκμεταλλεύεται κτ. ξένο χωρίς όμως να θίγει την ουσία του: Σύσταση / άσκηση / μεταβίβαση / λήξη της επικαρπίας. (Πηγή ΛΚΝ)
Συνώνυμα: Μ/Δ
Άλλες πληροφορίες: ουσιαστικό (θ), πατήστε εδώ να δείτε την κλίση της λέξης.

Όρος στόχος: usufruct
Ορισμός: Για ορισμό πατήστε εδώ (μετάβαση σε τοπικό νήμα στο Τρανσλάτουμ από την ενότητα «English monolingual»)
Συνώνυμα: Μ/Δ
Άλλες πληροφορίες: ουσιαστικό, πατήστε εδώ για να δείτε συγκεντρωτικά τις καταχωρίσεις της λέξης μαζί με την ετυμολογία της.

Γενικές σημειώσεις: Αποτελέσματα ενδεικτικής δίγλωσσης αναζήτησης χρησιμοποιώντας το Google.


 

Search Tools