shirt-lifter -> γκέι, ομοφυλόφιλος, αδελφή, κουνιστός, ντιγκιντάγκας, το σηκώνει το σακάκι, το γυαλίζει το πόμολο, το πάει το γράμμα, την τρίζει την όπισθεν, τον πασπαλίζει τον κουραμπιέ, την κουνάει την αχλαδιά, το πνίγει το κουνέλι




 

Search Tools