Author Topic: βαυβών -> dildo (Herondas, Mime 6.19)  (Read 391 times)

billberg23

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 4910
  • Gender: Male
  • Words ail me.
βαυβών -> dildo (Herondas, Mime 6.19)
« on: 19 Sep, 2017, 22:25:50 »
βαυβών -> dildo:  Herondas, Mime 6.19
LSJ: βαυβών, ῶνος, ὁ, = ὄλισβος, Herod.6.19.
« Last Edit: 20 Sep, 2017, 03:04:14 by billberg23 »
Τί δέ τις; Τί δ' οὔ τις; Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος. — Πίνδαρος


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 398826
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: βαυβών -> dildo (Herondas, Mime 6.19)
« Reply #1 on: 26 Sep, 2017, 19:52:13 »

ΜΗΤΡΩ: Αλήθεια, πες μου καλή μου Κορριτώ, σε ικετεύω, ποιός σου έραψε καλέ τον βαυβώνα; Τον κατακόκκινο (1);
ΚΟΡΡΙΤΩ (εμβρόντητη): Και που τον είδες εσύ, Μητρώ;
ΜΗΤΡΩ:  Η Νοσσίς, της Ειρήνης η κόρη, τον είχε τις προάλλες. Τέτοιο ωραίο δώρο, μάλιστα!
ΚΟΡΡΙΤΩ: Η Νοσσίς είπες; Και που τον βρήκε αυτή;
ΜΗΤΡΩ:  Δε θα με κάνεις βούκινο, αν σου πω...
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Να μου βγουν τα μάτια, Μητρώ μου, αν μου ξεφύγει τίποτα. Βγαίνει άχνα απ' της Κορριτώς το στόμα; Λέγε.
ΜΗΤΡΩ: Η Ευβούλη του Βιτάτου τής τον δάνεισε και την όρκισε να μη βγει παραέξω.
ΚΟΡΡΙΤΩ: Γυναίκες παιδί μου! Αυτό το γύναιο θα με στείλει στον τάφο μια μέρα των ημερών! 'Επεσε στα πόδια μου και με παρακαλούσε, δώσ' τον μου και δώσ' τον μου, και τη λυπήθηκα και της το δάνεισα, Μητρώ μου, πριν ακόμα κάνω χρήση εγώ η ίδια! Αυτή βούτηξε το κελεπούρι και άρχισε να το χαρίζει από δω κι από κει, στην πρώτη τυχούσα... Ωραία φίλη! Στο καλό και χαιρετίσματα, τέτοια που είναι! Να πάει να βρει κάποιαν άλλη, εμένα δε θα με ξαναδεί! Ακούς εκεί να τον δώσει στη Νοσσίδα, να μη σου πω τι γνώμη έχω και για δαύτηνε -θα πω μια βαριά λέξη που δεν κάνει, μη μ' ακούς εσύ, Αδράστεια! Και χίλιους αν έχω αύριο από δαύτους, δεν πρόκειται να χαρίσω ούτε έναν, ας έχει και ρόζους απάνω του (2)!
ΜΗΤΡΩ: Μην κάνεις έτσι, Κορριτώ μου. Δεν είναι ανάγκη να χολοσκάς για κάθε κουτσομπολίστικη σαχλαμάρα που θα φτάνει στ' αυτιά σου. Μια γυναίκα καθώς πρέπει πρέπει όλα να τα υποφέρει. Εγώ φταίω, με τα τόσα που σου αράδιασα. Θα πρέπει να μου κόψουν τη γλώσσα. Αλλ' ας ξαναγυρίσουμε στην ερώτηση που σου έκανα. Ποιός σ' τον έραψε καλέ; Αν μ' αγαπάς, πες μου. Γελάς; Τι με κοιτάς; Είμαστε επιστήθιες φίλες ή δεν είμαστε; Σ' εξορκίζω, Κορριτούλα μου, μη μου το κρύβεις, ποιός σου τον έραψε;
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Καλέ τι μ' εξορκίζεις, ο Κέρδων τον έραψε.
ΜΗΤΡΩ: Ποιός Κέρδων, για πε μου. Γιατί είναι δύο οι Κέρδωνες. Ο ένας είναι εκείνος ο ξανθός, ο γείτονας της Μυρταλίνης -την ξέρεις, της Κυλαιθίδας η κόρη. Αλλ' αυτός, ούτ' ένα λουρί για το πλήκτρο της λύρας δεν ειναι ικανός να ράψει. Ο άλλος μένει κοντά στην πολυκατοικία (3) του Ερμόδωρου, μόλις περάσεις την πλατεία. Αυτός κάποτε ήτανε κάτι, αλλά τώρα γέρασε. Η Κυλαιθίς η μακαρίτισσα αρκετά του έφαγε -αιωνία της η μνήμη, τουλάχιστον για τους συγγενείς!
ΚΟΡΡΙΤΩ: Κανείς απ' αυτούς που μου λες, Μητρώ μου. Ο δικός μου είναι απ' τη Χίο νομίζω, ή από τις Ερυθρές,καλά-καλά δεν ξέρω. Είναι κοντός και φαλακρός. Στην όψη τον παίρνεις για τον Πραξίνο. Κανένα σύκο δεν μοιάζει τόσο πολύ για σύκο. Μόνο όταν αρχίσει και μιλάει αντιλαμβάνεσαι πως είναι ο Κέρδων και όχι ο Πραξίνος (4). Στο σπίτι του τους φτιάχνει και τους πουλάει κρυφά -γιατί τους εφοριακούς σήμερα τους τρέμουν και οι πόρτες (5). Αλλά τι αριστουργήματα είναι αυτά που φτιάχνει, καλέ! Απ' της Αθηνάς τα χέρια νομίζεις πως βγήκανε κι όχι από του Κέρδωνα. Εγώ δε -γιατί ξέρεις, δύο μου έφερε να δω, Μητρώ- μόλις τους είδα τρελάθηκα, μ' έπιασε ρίγος, μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω! Τέτοια πέη σε στύση -κανένας άντρας δεν μπορεί να συναγωνιστεί! Και δεν είναι μόνο αυτό. Μαλακά, σαν ανάλαφρος ύπνος! 'Ασε τη ζώνη τους. 'Επιανες μαλλί καλέ, όχι δέρμα! 'Οσο και να ψάξεις, εξυπηρετικότερο βυρσοδέψη δε θα βρεις...
ΜΗΤΡΩ:  Πως και δεν πήρες και τον δεύτερο;
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Μητρώ μου, και τι δεν έκανα για να μου τον αφήσει! Ποιό μέσο δε μεταχειρίστηκα για να τον πείσω; Τον φίλησα, τη φαλάκρα του εκθείασα, του' δωσα να πιεί γλυκό κρασί, νάζια του έκανα, μόνο το σώμα μου που δεν του έδωσα, να το απαυτώσει!
ΜΗΤΡΩ: Αν στο ζήταγε, έπρεπε να του το δώσεις κι αυτό.
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Και βέβαια έπρεπε. Αλλά τι να σου κάνω, για κακή μου τύχη μέσα άλεθε η δούλα του Βιτάτου. Αυτή νύχτα-μέρα στο δικό μας μύλο έρχεται ν' αλέσει, έτσι που έχει καταβρομίσει την πέτρα. Κι αυτό για να μη δώσει ένα τετρόβωλο να καθαρίσουν το δικό τους.
ΜΗΤΡΩ:  Και πως ήρθε και σε βρήκε στο σπίτι σου αυτός ο Κέρδων, Κορριτώ μου; Πες μου τα όλα και μη μου κρύβεις τίποτα!
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Τον έστειλε η Αρτεμείς του Κανδάτα του βυρσοδέψη. Αυτή του έδωσε τη διεύθυνση.
ΜΗΤΡΩ:  Αχ, αυτή η Αρτεμείς! Πάντα κάτι καινούργιο βρίσκει. 'Εχει ξεπεράσει κατά πολύ και τη Θαλεία τη μαστροπό... Αλλά, για πες μου, αφού δεν κατάφερες να του αποσπάσεις και τους δύο, έπρεπε τουλάχιστον να μάθεις ποιά του έχει παραγγείλει τον δεύτερο!
ΚΟΡΡΙΤΩ:  Τον εκλιπάρησα, Μητρώ μου, αλλά ορκίστηκε να μη μου πει λέξη γι' αυτό. Γιατί έτσι θα μείνουμε, λέει, καλοί φίλοι!
ΜΗΤΡΩ:  'Αρα με συμβουλεύεις να πάω να βρω την Αρτεμείνα για να μάθω επιτέλους ποιός είναι αυτός ο Κέρδων. Γεια σου, Κορριτούλα μου, είναι ώρα να του δίνω γιατί ο άντρας μου θ' αρχίσει να πεινάει.
ΚΟΡΡΙΤΩ (ξαναγυρίζει στη δούλα της):  Κλείσ' την πόρτα εσύ! Και πήγαινε να μετρήσεις τις κότες να δεις αν λείπει καμία. Δώ' τους να φάνε. 'Οχι τίποτα, αλλά οι ορνιθοκλέφτες έρχονται και τις βουτάνε μέσ' απ' το σπίτι σου!


M. I pray you, without sticking, dear Koritto, tell me who made you that red baubo?24
K. Where did you see it, Metro? Where, now?
M. Nossis, Erinna’s daughter, had it the day before yesterday. Ah! yes. That was a fine gift.
85
K. And where did Nossis get it?
M. You will betray me if I tell you?
K. By these precious eyes, dear Metro, no one shall hear, from Koritto, a word of what you tell me.
M. Euboula, Bita’s daughter, gave it to her and told her that no one must hear of it.
K. The women! That women wore me out; she begged me so much that I weakened and gave it to her, Metro, before I had even used it myself. After seizing it like a godsend, she gives it away! And, moreover, to someone 86 who should not have it. A long farewell to a friend like that! Let her find some other friend in place of me. She gave it to Nossis, did she? Not if I had known it — If I cry louder than a woman should, Adrasteia, ignore me! — If I had a thousand I would not have given her one, even if it were all worn out.
M. Now, Koritto, don’t let your bile rise to your nose because of a careless word. A worthy woman can bear anything. It is my fault for prattling; I should have my tongue cut off. But what I want to say is: who made the baubo for you? If you love me, 87 tell me. Why do you look at me and laugh? Do you see Metro, to-day, for the first time? Why these grand airs? I pray you, Koritto, do not deceive me: tell me who made it.
K. Eh! Why these prayers? It was Kerdo who made it.
M. What Kerdo? tell me. There are two: one, with blue eyes, who is a neighbor of Myrtaline, Kylæthis’ daughter — But he is not able to make even a plectrum for a lyre. The other dwells near Hermodoros’ houses, as you leave the square. He was somebody, once, but now he has 88 grown old. Kylæthis, who is dead, dealt with him. May her friends never forget her!
K. It is neither of the two you speak of, dear Metro. I don’t know whether this one comes from Khio or from Erythræ, he is small and bald; you would say that he was Praxinos — you could not find one fig more like another — except that, when he talks, you would know him for Kerdo and not Praxinos. He works at his house and sells secretly — Every door is afraid of the tax-collectors! — But the things he makes, all of them, are worthy of Athena; you would believe you 89 saw her hand, instead of Kerdo’s. He came here with two, Metro! When I saw them, my eyes nearly burst out with desire. The men certainly have no rams like those! — we are alone — that is sure! And this is not all: their smoothness — a dream; and the stitches — of down, not of thread! Hunt as you might, you could not find another cobbler so kindly disposed toward women.
M. Why did you let the second one go?
K. Ah! Metro! What did I not do! What arguments did I not use on him. I embraced him, smoothed his bald 90 head, poured out sweet wine for him to drink. Except my body, there is nothing I did not give him.
M. But if he had demanded that also, you should have given it.
K. Yes, but the occasion was bad; Bita’s slave came right in where we were. She has been turning our mill night and day and has worn it to pieces to save paying four oboli to fix her own.
M. But how did he find the way to your house, dear Koritto? Do not deceive me about this.
K. Artemis, the wife of Kandas, the 91 tanner, sent him; she pointed out my house to him.
M. Artemis is always finding something new; she looks over every merchant’s refuse. But since you could not get both of them, we should know whom he made the other one for.
K. I begged him; but he swore he could not tell me. Underneath it all, be sure, there is another woman, Metro.
M. Then I must go to Artemis’ house, to find my way to Kerdo’s. Good health, Koritto! It is time for me to be off.
K. Close the door, slave, and count if the hens are all there. Throw them some grain — but they would lay waste to the yard even if they were fed at the breast!



(1) Κατακόκκινος, γιατί ο βαυβών (ή βουβών) ήταν επεξεργασμένος από δέρμα σκύλου. Τον έραβε ο σκυτεύς, δηλαδή ο βυρσοδέψης ή τσαγκάρης, ο τεχνίτης που δούλευε το δέρμα των ζώων (σκύτος) κι έφτιαχνε τσάντες, ζώνες και παπούτσια.
2. Ρόζους, γιατί ένας δερμάτινος φαλλός που είναι λεπρός (αυτός είναι ο όρος στο κείμενο), δηλαδή με ρόζους, με ατέλειες, δεν θα γλιστράει ακίνδυνα.
3. Συνοικία είναι η λέξη στο κείμενο. Στις πόλεις της Ιωνίας τουλάχιστον συγκατοικούσαν πολλές οικογένειες σε συμπλέγματα κατοικιών που είχαν μεσότοιχο και συχνά κοινή στέγη.
4. Όπως συνάγεται από το διάλογο, ο Κέρδων απέφευγε να πληρώνει φόρους (και το επαγγελμά του μάλλον ήταν επικερδές, εξ ου το όνομα που του έδωσε ο Ηρώνδας, Κέρδων).
5. Ο Κέρδων δεν είχε ανοίξει sex-shop, όχι γιατί το απαγόρευε κανείς, αλλά για να μην τον κυνηγάει η Εφορία, που, όπως φαίνεται από το δηκτικό σχόλιο του Ηρώνδα, ήταν αβάσταχτη και τότε. Ο ΦΠΑ της εποχής ήταν τα επώνια, που σημαίνει, περίπου όπως και σήμερα, Φόρος Προστιθεμένης Αξίας!

Οι επιστήθιες φίλες. Από τους Μιμίαμβους του Ηρώνδα. | LiFO
Elfinspell: The Mimes of Herondas (Herodas), translated by M. S. Buck, Complete works online, Greek plays, full text in English translation, satire, humor, parody, Ancient Greece, Antiquity, 3rd century B.C., e-text, e-book, free, Literature, on elfinspell.com
http://grbs.library.duke.edu/article/viewFile/7131/4977
http://www.stoa.org/diotima/anthology/wlgr/wlgr-privatelife228.shtml



Φιλιάζουσαι ἢ Ἰδιάζουσαι

ΚΟΡΙΤΤΩ
Κάθησο Μητροῖ· τῇ γυναικὶ θὲς δίφρον
ἀνασταθεῖσα· πάντα δεῖ με προστάττειν
αὐτήν, σὺ δ’ οὐδὲν ἄν, τάλαινα, ποιήσαις
αὐτὴ ἀπὸ σαυτῆς· μᾶ, λίθος τις, οὐ δούλη,
ἐν τῇ οἰκίῃ εἶς· ἀλλὰ τἄλφιτ’ ἂν μετρέω,         5
τὰ κρίμν’ ἀμιθρεῖς· κἠ τοσοῦτ’ ἀποστάξει,
τὴν ἡμέρην ὅλην σε τονθορύζουσαν
καὶ πρημονῶσαν οὐ φέρουσιν οἱ τοῖχοι.
νῦν αὐτὸν ἐκμάσσεις τε καὶ ποιεῖς λαμπρόν,
ὅτ’ ἐστὶ χρείη, λῃστρί·; θῦέ μοι ταύτῃ,         10
ἐπεί σ’ ἔγευσ’ ἂν τῶν ἐμῶν ἐγὼ χειρέων.

ΜΗΤΡΩ
φίλη Κοριττοῖ, ταὔτ’ ἐμοὶ ζυγὸν τρίβεις.
κἠγὼ ἐπιβρύχουσα ἡμέρην τε καὶ νύκτα
κύων ὑλακτέω ταῖς ἀνωνύμοις ταύταις.
ἀλλ’ οὕνεκεν προς σ’ ἦλθον –
Κο.                                                        ἐκποδὼν ἡμῖν       15
φθείρεσθε, νώβυστρα, ὦτα μοῦνον καὶ γλάσσαι
τὰ δ’ ἄλλα ἑορτή –
Μη.                                 λίσσομαί σε, μὴ ψεύσῃ,
φίλη Κοριττοῖ, τίς ποτ’ ἦν ὅ σευ ῥάψας
τὸν κόκκινον βαυβῶνα;
Κο.                                             κοῦ δ’ ὁρώρηκας,
Μητροῖ, σὺ κεῖνον;
Μη.                                  Νοσσὶς εἶχεν ἠρίννης         20
τριτημέρῃ νιν· μᾶ, καλόν τι δώρημα.
Κο. Νοσσίς; κόθεν λαβοῦσα;
Μη.                                                διαβαλεῖς, ἤν σοι
εἴπω;
Κο.          μὰ τούτους τοὺς γλυκέας, φίλη Μητροῖ,
ἐκ τοῦ Κοριττοῦς στόματος οὐδεὶς μὴ ἀκούσῃ
ὅσ’ ἂν σὺ λέξῃς.
Μη.                              ἡ Βιτᾶτος Εὐβούλη            25
ἔδωκεν αὐτῇ καὶ εἶπε μηδέν’ αἰσθέσθαι.
Κο. γυναῖκες, αὕτη μ’ ἡ γυνή ποτ’ ἐκτρίψει.
ἐγὼ μὲν αὐτὴν λιπαρεῦσαν ᾐδέσθην
κἤδωκα, Μητροῖ, πρόσθεν ἢ αὐτὴ χρήσασθαι..
ἥδ’ ὥσπερ εὕρημ’ ἁρπάσασα δωρεῖται         30
καὶ ταῖσι μὴ δεῖ· χαιρέτω φίλη πολλὰ
ἐοῦσα τοίη, χἠτέρην τιν’ ἀνθ’ ἡμέων
φίλην ἀθρείτω· τἀμὰ Νοσσίδι χρῆσθαι –
τῇ μή, δοκέω, μέζον μὲν ἢ γυνὴ γρύξω,
λάθοιμι δ’, Ἀδρήστεια – χιλίων εὔντων         35
ἕνα οὐκ ἂν ὅστις σαπρός ἐστι προσδώσω.
Μη. μὴ δή, Κοριττοῖ, τὴν χολὴν ἐπὶ ῥινὸς
ἔχ’ εὐθύς, ἤν τι ῥῆμα μὴ σοφὸν πεύθῃ.
γυναικός ἐστι κρηγύης φέρειν πάντα.
ἐγὼ δὲ τούτων αἰτίη λαλεῦσ’ εἰμί:            40
πόλλ΄, ἀλλὰ την μευ γλάσσαν ἐκτεμεῖν δεῖται.
ἐκεῖνο δ’ οὗ σοι καὶ μάλιστ’ ἐπεμνήσθην,
τίς ἐσθ’ ὁ ῥάψας αὐτόν; εἰ φιλεῖς μ’, εἶπον.
τί μ’ ἐμβλέπεις γελῶσα; νῦν ὁρώρηκας
Μητροῦν τὸ πρῶυον; ἢ τί τἀβρά σοι ταῦτα;         45
ἐνεύχομαι, Κοριττί, μή μ’ ἐπιψεύσῃ,
ἀλλ’ εἰπὲ τὸν ῥάψαντα.
Κο.                                         μᾶ, ἦ μοι ἐνεύχῃ;
Κέρδων ἔρραψε.
Μη.                         κοῖος, εἰπέ μοι, Κέρδων;
δύ’ εἰσὶ γὰρ Κέρδωνες, εἷς μὲν ὁ γλαυκός,
ὁ Μυρταλίνης τῆς Κυλαιθίδος γείτων:         50
ἀλλ’ οὗτος οὐδ’ ἂν πλῆκτρον ἐς λύρην ῥάψαι:
ὁ δ’ ἕτερος ἐγγὺς τῆς συνοικίης οἰκέων
τῆς Ἑρμοδώρου, τὴν πλατεῖαν ἐκβάντι,
ἦν μὲν κοτ’ ἦν τις, ἀλλὰ νῦν γεγήρακε:
τούτῳ Κυλαιθὶς ἡ μακαρῖτις ἐχρῆτο            55
-μνησθεῖεν αὐτῆς οἵτινες προσήκουσι.
Κο. οὐδέτερος αὐτῶν ἐστιν, ὡς λέγεις, Μητροῖ.
ἀλλ’ οὗτος οὐκ οἶδ’ ἢ Χίου τις ἢ ‘ρυθρέων
ἥκει, φαλακρός, μικκός· αὐτὸν ἐρεῖς εἶναι
Πρηξῖνον· οὐδ’ ἂν σῦκον εἰκάσαι σύκῳ         60
ἔχοις ἂν οὕτω· πλὴν ἐπὴν λαλῇ, γνώσῃ
Κέρδων ὁτεύνεκ’ ἐστὶ καὶ οὐχὶ Πρηξῖνος.
κατ’ οἰκίην δ’ ἐργάζετ’ ἐμπολέων λάθρῃ -
τοὺς γὰρ τελώνας πᾶσα νῦν θύρη φρίσσει –
ἀλλ’, ἔργ’, ὁκοῖ’ ἔστ’ ἔργα τῆς Ἀθηναίης·         65
αὐτῆς ὁρῆν τὰς χεῖρας, οὐχὶ Κέρδωνος
δόξεις· ἐγὼ μέν – δύο γὰρ ἦλθ’ ἔχων, Μητροῖ,
ἰδοῦσ’ ἁμίλλῃ τὤμματ’ ἐξεκήμυνα·
τὰ βαλλί’ οὕτως ἄνδρες οὐχὶ ποιεῦσι
-αὐταὶ γάρ ἐσμεν - ὀρθά, κοὐ μόνον τοῦτο,         70
ἀλλ’ ἡ μαλακότης ὕπνος, οἱ δ’ ἱμαντίσκοι
ἔρι’, οὐχ ἱμάντες· εὐνοέστερον σκυτέα
γυναικὶ διφῶσ’ ἄλλον οὐκ ἀνευρήσεις.
Μη. κῶς οὖν ἀφῆκας τὸν ἕτερον;
Κο.                                                         τί δ’ οὐ, Μητροῖ,
ἔπρηξα; κοίην δ’ οὐ προσήγαγον πειθοῦν         75
αὐτῷ; φιλεῦσα, τὸ φαλακρὸν καταψῶσα,
γλυκὺν πιεῖν ἐγχεῦσα, ταταλίζουσα,
τὸ σῶμα μοῦνον οὐχὶ δοῦσα χρήσασθαι.
Μη. ἀλλ’, εἴ σε καὶ τοῦτ’ ἠξίωσ’, ἔδει δοῦναι.
Κο. ἔδει γάρ, ἀλλὰ καιρὸν οὐ πρέποντ’ εἶναι·         80
ἤληθεν ἡ Βιτᾶτος ἐν μέσῳ δούλη·
αὕτη γὰρ ἡμέων ἡμέρην τε καὶ νύκτα
τρίβουσα τὸν ὄνον σκωρίην πεοίηκεν,
ὅκως τὸν ωὑτῆς μὴ τετρωβόλου κόψῃ.
Μη. κῶς δ’ οὗτος εὗρε πρός σε τὴν ὁδὸν ταύτην;      85
φίλη Κοριττοῖ, μηδὲ τοῦτό με ψεύσῃ.
Κο. ἔπεμψεν αὐτὸν Ἀρτεμῖς ἡ Κανδᾶτος
τοῦ βυρσοδέψεω τὴν στέγην σημήνασα.
Μη. αἰεὶ μὲν Ἀρτεμῖς τι καινὸν εὑρίσκει,
πρόσω πιεῦσα τὴν προυκυλίην θάμνην.         90
ἀλλ’ οὖν γ’ ὅτ’ οὐχὶ τοὺς δύ’ εἶχες ἐκλῦσαι,
ἔδει πυθέσθαι τὸν ἕτερον τίς ἡ ἐκδοῦσα.
Κο. ἐλιπάρεον, ὁ δ’ ὤμνυεν οὐκ ἂν εἰπεῖν μοι·
ταύτῃ γὰρ καὶ ἠγάπησεν, Μητροῖ, - x
Μη. λέγεις ὁδόν μοι νῦν πρὸς Ἀρτεμῖν εἶναι,         95
ὅκως ὁ Κέρδων ὅστις ἐστὶν εἰδήσω.
ὑγίαινέ μοι, Κοριττί· λαιμάττει, χὤρη
ἡμῖν ἀφέρπειν ἐστί.
Κο.                                    τὴν θύρην κλεῖσον,
αὕτη σύ, νεοσσοπῶλι, κἀξαμίθρησαι,
αἱ ἀλεκτορίδες εἰσόαι εἰσί, τῶν τε αἰρέων         100
αὐτῇσι ῥῖψον. οὐ γὰρ ἀλλὰ πορθεῦσι
ὠρνιθοκλέπται, κἢν τρέφῃ τις ἐν κόλπῳ.

7
Σκυτεύς

ΜΗΤΡΩ
Κέρδων, ἄγω σοι τάσδε τὰς γυνάς, εἴ τι
τῶν σῶν ἔχεις αὐτῇσιν ἄξιον δεῖξαι
χειρέων νοῆρες ἔργον.
ΚΕΡΔΩΝ
                                             οὐ μάτην, Μητροῖ,
ἐγὼ φιλέω σε. ταῖς γυναιξὶν οὐ θήσεις
τὴν μέζον’ ἔξω σανίδα; Δριμύλῳ φωνέω·         5
πάλιν καθεύδεις; κόπτε, Πίστε, τὸ ῥύγχος
αὐτοῦ, μέχρις τὸν ὕπνον ἐκχέῃ πάντα·
μᾶλλον δὲ τὴν ἄκανθαν ὡς ἔχει †καλῇ†
ἐκ τοῦ τραχήλου δῆσον - εἶα δή, [ὦ Κέρκο]ψ,
κίνει ταχέως τὰ γοῦνα μεζόν[ως μή σε]         10
τρίβειν ψοφεῦντα νουθετημέτων τῶνδε.         
νῦν ἔκ μιν αὐτὴν [λευκόπυγε λαμπ]ρύνεις;
κ[νάψας δ’ ἐγώ] σευ τὴν [κόνιν ἀπο]ψήσω. –
ἕζεσθε, Μητροῖ, Πίστ[ε, τὴν ἄνω ἀνο]ίξας
πυργῖδα - μὴ τὴν ὧδε [τὴν ἄνω κείνη]ν         15
τὰ χρήσιμ’ ἔργα τοῦ τρ[ισοιζυροῦ σκυτέ]ος
ταχέως ἔνεγκ’ ἄνωθ[εν μάκαρ Μητροῖ·
οἷ’ ἔργ’ ἐπόψεσθ’. ἡσυχῆ [σύ μοι, στίγ]ον·
τὴν σαμβαλούχην οἶγ[ε τοῦθ’ ὅρη] πρῶτον.
Μητροῖ, τέλεων ἄρη[ρε οὐκ ἰχν]έων ἴχνος·         20
θηεῖσθε χὐμεῖς, ὦ γυ[ναῖκες· ἡ πτ]έρνη
ὁρῆθ’ ὅπως πέπηγε χ[ὤτι σ]φηνί[σκ]οις
ἐξηρτίωται πᾶσα, κο[ὐ τ]ὰ μὲν κ[αλ]ῶς,
τὰ δ’ οὐχὶ καλῶς, ἀλλὰ πά[ν]τ’ ἴσαι χεῖρες.
τὸ χρῶμα δ’ - οὕτως ὗμιν ἡ Παλ<λ>ὰς δοίη         25
[πάντων ὅσων]περ ἰχανᾶσθαι ἐπαυρέσθαι
[γυναῖκες, οὐδὲν] ἄλλο τῷδ’ ἴσον χρῶμα·
κ[οὐ κρόκιον οὕτ]ω κουδὲ κηρὸς ἀνθήσει·
χ[ρυσοῦ στατῆρα]ς τρεῖς ἔδωκε Κανδᾶτι
Κ[έρδων ἐφ’ ἕν τε] τοῦτο κἤτερον χρῶμα.         30
βά[ζω δ’ ἔγωγ’ ὄμνυ]μι πάνθ’ ὅσ’ ἔστ’ ἱρά.
κὤ[σια πρὸς ὑμέας] τὴν ἀλήθ[ε]ί[η]ν †βαδίζειν†.
[ἐρέω γὰρ οὐδὲν] οὐδ’ ὅσον ῥοπὴν ψεῦδος,
[βάζοντι τῷ] Κέρδωνι μὴ βίου ὄνησις,
Μ[υσῶν πλέ]ων γίνοιτο καὶ χάριν προς με         35
[ἔχετέ τιν’· οὐ γ]ὰρ ἀλλὰ μεζόνων ἤδη
[ὥλλοι βαφῆες] κερδέων ὀριγνῶνται·
[καὶ γλισχρότητι] τὰ ἔργα τῆς τέχνης ἡμέων
[μειοῦσι·] πίσυγγος δὲ δειλαίην οἰζὺν
[ἠθμοῖσιν ἀντλ]έων νύκτα χἠμέρην θάλπω·      40
[τίς ἔσθ’ ὃ]ς ἡμέων ἄχρι<ς> ἑσπέρης κάπτει,
[χὤσαι βο]αὶ πρὸς ὄρθρον· οὐ δοκέω το<σ>σον
τὰ Μίκωνος κηρί’ εὐπ[ορεῖν ὕπνου
κοὔπω λέγω, τρισκαίδε[κ’ οὓς ἐγὼ β]όσκω
ὁτεύνεκ’, ὦ γυναῖκες, ἀργ[ίη πάντε]ς,         45
«φέρ,’ εἰ φέρεις τι», τἆλλα δ’ ἀψ[όφως ἦ]νται
ὅκως νεοσσοὶ τὰς κηχώνας θάλποντες.
ἀλλ’ οὐ λόγων γάρ, φασίν, ἡ ἀγορὴ δεῖται,
χαλκῶν δε. τοῦτ’ ἦν μὴ ὗμιν ἁνδάνῃ, Μητροῖ,      50
τὸ ζεῦγος, ἕτερον χἄτερον μάλ’ ἐξοίσει,
ἔστ’ ἂν νόῳ πεισθῆτε μὴ λέγειν ψευδέα
Κέρδωνα, τάς μοι σαμβαλουχίδας πάσας
ἔνεγκε, Πίστε· δεῖ μάλιστα ἰνηθείσας
ὑμέας ἀπελθεῖν, ὦ γυναῖκες, εἰς οἶκον.         55
θήσεσθε δ’ ὑμεῖς τὰ νέα ταῦτα, παντοῖα·
Σικυώνια, Ἀμβρακίδια, νοσσίδες, λεῖαι,
Ψιττάκια, κανναβίσκα, βαυκίδες, βλαυτία,
Ἰωινίκ’, ἀμφίσφυρα, νυκτιπήδηκες,
ἀκροσφύρια, καρκίνια, σάμβαλ’ Ἀργεῖα,         60
κοκκίδες, ἔφηβοι, διάβαθρα· ὧν ἐρᾷ θυμὸς
ὑμέων ἑκάστης εἴπατ’· ὡς ἂν αἴσθοισθε
σκύτεα γυναῖκες καὶ κύνες τί βρώζουσιν.

ΓΥΝΗ Α
Κόσου χρείζεις κεῖν’ ὃ πρόσθεν ἤειρας
ἀπεμπολῆσαι ζεῦγος; ἀλλὰ μὴ βροντέων         65
αὐτὸς σὺ τρέψῃς μέζον εἰς φυγὴν ἡμέας.
Κε. αὐτὴ σὺ καὶ τίμησον, εἰ θέλεις, αὐτὸ
καὶ στῆσον ἧς κοτ’ ἐστιν ἄξιον τιμῆς·
ὁ τεκτονῶν γὰρ οὔ σε ῥῃδίως ῥινιᾷ.
σκυτέων, γύναι, τὠληθὲς ἢν θέλῃς ἔργον,         70
ἐρεῖς τι, ναὶ μὰ τήνδε τὴν τεφρὴν κόρσην,
ἐφ’ ἧς ἀλώπηξ νοσσίην πεποίηται,
τάχ’ ἀλφιτηρὸν ἐργαλεῖα κινεῦσι·
Ἑρμῆ τε κερδέων καὶ σὺ κερδείη Πειθοῖ,
ὡς, ἤν τι μὴ νῦν ἧμιν ἐς βόλον κύρσῃ,         75
οὐκ οἶδ’ ὅκως ἄμεινον ἡ χύτρη πρήξει.

ΓΥΝΗ Β
τί τονθορύζεις κοὐκ ἐλευθέρῃ γλάσσῃ
τὸν τῖμον ὅστις ἐστὶν ἐξεδίφησας;
Κε. γύναι, μιῆς μνῆς ἐστιν ἄξιον τοῦτο
τὸ ζεῦγος, ἢ ἄνω σ’ ἢ κάτω βλέπειν· χαλκοῦ      80
ῥίνημ’ ὃ δή κοτ’ ἐστὶ τῆς Ἀθηναίης
ὠνευμένης αὐτῆς ἂν οὐκ ἀποστάξαι.
Γυ. Α μάλ’ εἰκότως σευ τὸ στεγύλλιον, Κέρδων,
πέπληθε δαψιλέων τε καὶ καλῶν ἔργων,
φύλασσε κάρτα σ’ αὐτά· τῇ γὰρ εἰκοστῇ         85
τοῦ Ταυρεῶνος ἡκατῆ γάμον ποιεῖ
τῆς Ἀρτακηνῆς, κὑποδημάτων χρείη,
τάχ’ οὖν, τάλης, ἄξουσι σὺν Τύχῃ πρός σε,
μᾶλλον δὲ πάντως· ἀλλὰ θύλακον ῥάψαι,
τὰς μνέας ὅκως σοι μὴ αἱ γαλαῖ διοίσουσι.         90
Κε. ἤν τ’ ἠκατῆ ἔλθῃ, μνῆς ἔλασσον οὐκ οἴσει,
ἤν τ’ ἡ Ἀρτακηνή· πρὸς τάδ’, εἰ θέλεις, σκέπτευ.
Γυ. Β. οὔ σοι δίδωσιν ἡ ἀγαθὴ Τύχη, Κέρδων,
ψαῦσαι ποδίσκων ὧν Πόθοι τε κἤρωτες
ψαύουσιν; ἀλλ’ εἶς κνῦσα καὶ κακὴ λώβη,         95
ὥστ’ ἐκ μὲν ἡμέων †λιολεοσεω† πρήξεις.
ταύτῃ δὲ δώσεις κεῖνο τὸ ἕτερον ζεῦγος
κόσου; πάλιν πρήμηνον ἀξίαν φωνὴν
σεωυτοῦ.
Κε.                στατῆρας πέντε, ναὶ μὰ θεούς, φοιτᾷ,
ἡ ψάλτρι’ Εὐετηρὶς ἡμέρην πᾶσαν            100
λαβεῖν ἀνώγουσ’, ἀλλ’ ἐγώ μιν ἐχθαίρω,
κἢν τέσσαράς μοι δαρεικοὺς ὑπόσχηται,
ὁτούνεκέν μευ τὴν γυναῖκα τωθάζει
κακοῖσι δέννοις· εἰ δε σοί γ’ ἐστὶ χρείη,
φέρευ λαβοῦσα τῶν τριῶν [….] δοῦναι·         105
καὶ ταῦτα καὶ ταῦτ’ ἦν ὗμιν ἑπτὰ δαρεικῶν
ἕκητι Μητροῦς τῆσδε· μηδὲν ἀντειπεῖν.
δύναιτό μ’ ἐλάσαι σαν[..] τὸν πίσυγγον
ἐόντα λίθινον ἐς θεοὺς ἀναπτῆναι·
ἔχεις γὰρ οὐχὶ γλάσσαν, ἡδονῆς δ’ ἠθμόν·         110
ἆ, θεῶν ἐκεῖνος οὐ μακρὴν ἀπῴκισται,
ὁτέῳ σὺ χείλεα νύκτα χἠμέρην οἴγεις.
φέρ’ ὧδε τὸν ποδίσκον· εἰς ἴχνος θῶμεν.
πάξ· μήτε προσθῇς μήτ’ ἀπ’ οὖν ἕλῃς μηδέν·
τὰ καλὰ πάντα τῇς καλῇσιν ἁρμόζει.         115
αὐτὴν ἐρεῖς τὸ πέλμα τὴν Ἀθηναίην
τεμεῖν, δὸς αὕτη καὶ σὺ τὸν πόδα· ψωρὴ
ἄρηρεν ὁπλή· βοῦς ὁ λακτίσας ὑμᾶς.
εἴ τις πρὸς ἴχνος ἠκόνησε τὴν σμίλην,
οὐκ ἄν, μὰ τὴν Κέρδωνος ἑστίην, οὕτω         120
τοὔργον σαφέως ἔκειτ’ ἂν ὡς σαφῶς κεῖται.
αὕτη σύ, δώσεις ἑπτὰ δαρεικοὺς τοῦδε,
ἡ μέζον ἵππου πρὸς θύρην κιχλίζουσα.
γυναῖκες, ἢν ἔχητε κἡτέρων χρείην
ἢ σαμβαλίσκων ἢ ἃ κατ’ οἰκίην ἕλκειν         125
εἴθισθε, τήν μοι δουλίδ’ ὧδε πέμπειν <δεῖ>.
σὺ δ’ ἧκε, Μητροῖ, πρός με τῇ ἐνάτῃ πάντως,
ὅκως λάβῃς καρκίνια· τὴν γὰρ οὖν βαίτην
θάλπουσα εὖ δεῖ ‘νδον φρονοῦντα καὶ ῥάπτειν.
« Last Edit: 26 Sep, 2017, 20:25:38 by spiros »