Author Topic: την πληρώνω -> pick up the tab, pick up the bill, pay the bill, pay for it, foot the bill, suffer the consequences, take the brunt, bear the brunt, pay the piper, take the rap  (Read 2085 times)

Jonathan

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 400
This is a friend's comment on Το πικρό ποτήρι. He wishes to emend the words 'από άλλων χέρια δυνατά' to 'τα πιάνουν χέρια δυνατά', hence his comment below.
But my question is about the words in bold. What on earth does την πληρώνω mean? What does the την refer to? Does he simply mean 'don't pay for it yourself at some time  in the future'. That's a bad translation....

Καλό θα ήταν να το βρίσκαμε σε καμιά εκτέλεση με καλύτερο ήχο μπας και βγάλουμε άκρη, αλλά δύσκολο. Μου φαίνονται πάντως πιο λογικοί αυτοί οι στίχοι. Τα πικρά ποτήρια του χωρισμού τα πιάνουν δυνατά χέρια, οπότε φυλάξου μην την πληρώσεις κι εσύ καμιά φορά. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος βέβαια.
« Last Edit: 02 Jan, 2018, 20:57:43 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 398961
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65245
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
πληρώνω [pliróno] -ομαι Ρ1 : 1. δίνω, καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό: πληρώνω με δόσεις / με επιταγή / με γραμμάτιο / σε ρευστό / τοις μετρητοίς* / εφάπαξ / κάθε μήνα / με συνάλλαγμα / με πιστωτική κάρτα / με γερμανικά μάρκα / σε είδος. Πλήρωσα χίλιες δραχμές για ναύλα. Σε ποιον / πού / πότε θα πληρώσω; Γκαρσόν, να πληρώσω, παρακαλώ! Aκόμα πληρώνω για το διαμέρισμα που αγόρασα. Θα σε πληρώσει η ασφάλειά μου. πληρώνω τα μαλλιά της κεφαλής μου / τα μαλλιοκέφαλά μου, πληρώνω πάρα πολλά. ΦΡ πληρώνω από την τσέπη* μου. 2α. δίνω χρήματα ως αντίτιμο, αντάλλαγμα για κτ. που μου προσφέρθηκε, που αγόρασα (εμπόρευμα, εργασία, υπηρεσία), καταβάλλω την αξία του σε χρήμα: πληρώνω το φαΐ / το ξενοδοχείο / το ταξί / τον ηλεκτρολόγο / τον υδραυλικό. Πλήρωσα τα έπιπλα πολύ ακρι βά. πληρώνω με το κομμάτι / με την ώρα. Πώς θα πληρώσετε το ψυγείο, με δόσεις ή τοις μετρητοίς; Οι εργάτες δεν πληρώθηκαν ακόμα τα μεροκάματά τους. Θα πληρωθείς καλά τη δουλειά σου. Tαξίδι με πληρωμένα όλα τα έξοδα. Tον πλήρωσε μ΄ ένα πλαστό πεντοχίλιαρο. Πλήρωσα όλους τους λογαριασμούς. Πλήρωσες το εισιτήριο; Tο αφεντικό δε μας πληρώνει κα λά. || (έκφρ.) πληρώνω κτ. ή κπ. (για), καταβάλλω αναντίστοιχα υψηλό κόστος, τίμημα: Πήρα ντομάτες και τις πλήρωσα (για) χρυσάφι. Tράκαρα το σαράβαλό του και το πλήρωσα (για) καινούριο. ΦΡ τι πληρώνεις, την τσόχα ή τα ραφτικά*; β. δίνω χρήματα, εξοφλώ μια οφειλή, ένα χρέος: πληρώνω το νοίκι / πληρώνω τους φόρους / πληρώνω το μισθό / πληρώνω το φως / πληρώνω το νερό / πληρώνω το τηλέφωνο. πληρώνω την αποζημίωση / πληρώνω τη διατροφή / πληρώνω τους τόκους / πληρώνω τα λύτρα / πληρώνω τη συνδρομή. 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω κπ.: Πλήρωσε τους μάρτυρες για να καταθέσουν εις βάρος μου. Πλήρωσε τον εξεταστή και πήρε το δίπλωμα οδήγησης. Xάσαμε τον αγώνα, γιατί ο διαιτητής / ο τερματοφύλακας ήταν πληρωμένος. Πληρωμένος φονιάς / δολοφόνος. ΦΡ πληρωμένη πένα*. πληρωμένος κονδυλοφόρος*. 4. (μτφ.) α. υφίσταμαι τις δυσάρεστες, τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων, των ενεργειών μου: Θα πληρώσει (για) τα εγκλήματά του / αδικήματά του / κρίματά του. Πλήρωσε το σφάλμα της με τη ζωή της. || (έκφρ.) πληρώνω (κτ.) ακριβά*. όλα εδώ πληρώνονται!, έρχεται πάντα μια στιγμή στη ζωή που τιμωρείται κάποιος για κτ. κακό που έχει κάνει. ΦΡ πληρώνω τα σπασμένα*. πληρώνω τη νύφη*. πληρώνω τα κερατιάτικα*. β. αποκτώ, πετυχαίνω κτ. με κάποιο αντάλλαγμα, κόστος: Πλήρωσε τη νίκη / την επιτυχία του πολύ ακριβά. γ. ανταποδίδω ένα καλό ή κακό που μου έγινε από κπ., ανταμείβω ή τιμωρώ κπ.: Tο καλό / κακό που μου ΄κανες, ο Θεός να σου το πληρώσει. Ο κόπος που κατέβαλε δεν πληρώνεται με τίποτα. (έκφρ.) δίνω / παίρνω πληρωμένη απάντηση, εύστοχη, αποστομωτική. ΦΡ πληρώνω κπ. με το ίδιο νόμισμα*.
[μσν. πληρώνω < αρχ. πληρ(ῶ) -ώνω `γεμίζω, ξεπληρώνω΄ (η σημερ. σημ. ελνστ.)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
« Last Edit: 01 Jan, 2018, 16:53:57 by spiros »

Jonathan

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 400
Thanks for the reference, Wings. What puzzled me was the use of the idiom with τη(ν). I know that τη features in many idioms, like τη βάψαμε. Some books on idioms say that the τη stands for an understood δουλειά. Perhaps......

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 398961
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV