'droid -> δροειδές, δροειδής, ανδροειδές, ανδροειδής, ρομπότ

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816813
    • Gender:Male
  • point d’amour
'droid -> δροειδές, δροειδής, ανδροειδές, ανδροειδής

A robot, especially one made with some physical resemblance to a human.
https://en.wiktionary.org/wiki/droid

Από την άλλη, όπως τονίζεται, η αξιοποίηση επίγειων droids ή ρομπότ παράδοσης θα δημιουργούσε περαιτέρω προβλήματα στα ήδη επιβαρυμένα πεζοδρόμια, εμποδίζοντας την κυκλοφορία των πεζών.
To Λονδίνο δηλώνει «ανέτοιμο» να υποδεχτεί τεχνολογίες αυτόνομης οδήγησης - Αυτοκίνητο - Ειδήσεις - Kόσμος - in.gr


 

Search Tools