get one's feet wet -> παίρνω μια πρώτη γεύση, παίρνω μια πρώτη ιδέα, κάνω την αρχή, παίρνω το βάπτισμα, παίρνω το βάπτισμα του πυρός, μπαίνω στο χορό, κάνω μια πρώτη γνωριμία, έρχομαι σε πρώτη επαφή, κάνω την παρθενική μου εμφάνιση

dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2009
Σε πολλές περιπτώσεις, και παίρνω το βάπτισμα, παίρνω το βάπτισμα του πυρός, μπαίνω στο χορό, κάνω μια πρώτη γνωριμία, έρχομαι σε πρώτη επαφή


παίρνω το βάπτισμα (με ουσ. σε γεν.), δοκιμάζω κτ. για πρώτη φορά: Πήρε το ~ της σκηνής, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο. παίρνω το βάπτισμα του πυρός, πηγαίνω για πρώτη φορά στον πόλεμο και με επέκταση δοκιμάζω κτ. για πρώτη φορά: Πήρε το ~ του πυρός στις εκλογές, κατέβηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος.
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B2%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1&dq=

μπαίνω στο χορό, αναλαμβάνω ένα έργο, ανακατεύομαι σε μια υπόθεση δύσκολη ή χρονοβόρα.
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82&dq=

to begin to participate in something
http://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/get-ones-feet-wet

(idiomatic) To begin gaining experience; To take a risk and try something new.
Let the new hire do that project so she can get her feet wet.
Why don't you try getting your feet wet on the beginner slopes.

https://en.wiktionary.org/wiki/get_one%27s_feet_wet



 


 

Search Tools