entheogen -> ενθεογόνο, (εσφ.) ενθεογενές

spiros · 8 · 2428

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813203
    • Gender:Male
  • point d’amour
entheogen -> ενθεογόνο, (εσφ.) ενθεογενές

An entheogen ("creates god within," en εν- "in, within," theo θεος- "god, divine," -gen γενος "creates, generates"),[1] in the strictest sense, is a psychoactive substance used in a religious or shamanic context. Historically, entheogens are derived primarily from plant sources and have been used in a variety of traditional religious contexts. With the advent of organic chemistry, there now exist many synthetic substances with similar properties.

Στη στενή σημασία της λέξης, ο όρος αναφέρεται σε μια ουσία (συνήθως ένα φυτό με ψυχοενεργά αποτελέσματα) το οποίο χρησιμοποιείται στη περίσταση ενός πνευματικού διαφωτισμού ή μυστικιστικής εμπειρίας, υπό το πλαίσιο μιας λατρείας. Στην ευρεία έννοια του όρου, η λέξη ενθεογενές, αναφέρεται σε ουσίες, τεχνητές ή φυσικές που επάγουν εναλλαγές της συνειδητότητας, ίδιες με εκείνες αναφερόμενες για τη λατρευτική κατάποση των σαμανικών ποτών, ασχέτως αν χρησιμοποιούνται για πιο επίγειους λόγους.

Η λέξη «εν-θεο-γενες» (Εν, Θεό, γενέσθαι), σημαίνει «(το μέσο που γεννά/παράγει/σχηματίζει (σ’ ένα άτομο) το θείο συναίσθημα» Η μετάφραση που δίδεται συνήθως «γεννάται ο Θεός εκ’ των έσω» δεν είναι ακριβής. Ο όρος ενθεογενές δεν υπονοεί ότι κάτι δημιουργείται, αλλά πως κάτι που υπάρχει ήδη γίνεται αντιληπτό, ούτε πως η εμπειρία είναι μέσα στον χρήστη, αλλά πως έχει ανεξάρτητη υπόσταση.

Ο όρος ενθεογενές παρ’ όλο που είναι μοντέρνος (προτάθηκε πρώτη φορά στη βιβλιογραφία το 1979 από τους Καρλ Ρακ (Carl A. P. Ruck), Τζέρεμι Μπίγκγουντ (Jeremy Bigwood), Ντάνι Στέιπλς (Danny Staples),Ρίτσαρντ Έβανς Σούλτες (Richard Evans Schultes), Τζόναθαν Οτ (Jonathan Ott) και Ρόμπερτ Γκόρντον Γουάσον (R. Gordon Wasson), υπάρχουν στοιχεία πως χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους Έλληνες για να περιγράψουν θρησκευτικές μεταλήψεις, προφητικές διαστάσεις, μέχρι ερωτικά πάθη και ποιητικές εμπνεύσεις και ήταν σχετική με την έννοια του ενθουσιασμού, που σημαίνει «να έχεις μέσα σου τον Θεό».
« Last Edit: 08 Apr, 2010, 19:56:07 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Στην απόδοση αυτού του ελληνογενούς αγγλικού ουσιαστικού entheogen γίνεται το ίδιο λάθος με την απόδοση του επιθέτου seismogenic που μας «έχουν φάει τα αυτιά» τα ΜΜΕ με τις σεισμογενείς περιοχές ενώ το σωστό είναι σεισμογόνες περιοχές.

Τόσο από την περιγραφή που παρέθεσες Σπύρο όσο και από την ετυμολογία / ορολογική ανάλυση του όρου είναι ηλίου φαεινότερο ότι η ορθή ελληνική απόδοση του όρου είναι ενθεογόνο (δεν παράγεται, αλλά παράγει/γεννά θεόν εντός) όπως παράγουν/γεννούν και τόσα άλλα -gens (oxygen -> οξυγόνο, hydrogen -> υδρογόνο, halogen -> αλογόνο, ...)



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813203
    • Gender:Male
  • point d’amour




Viperalus

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 308
    • Gender:Male
Μετά το Νάουατλ/Ναχουάτλ, επανέρχομαι με ακόμη μια αλλαγή.
Έχω δημιουργήσει αρκετές νέες σελίδες στο blog μου και βασιζόμενος σε αυτή την ανάρτηση χρησιμοποίησα τον όρο ενθεογόνο αντί του ενθεογενούς που όπως είδα εδώ κρίθηκε ως λανθασμένος. Στη wikipedia όμως το έχει (surprise!) ως.. ενθεογενές. O.o
Τι ισχύει τελικά παιδιά;
“None are more hopelessly enslaved than those who falsely believe they are free.” ― Johann Wolfgang von Goethe


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813203
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ισχύει αυτό ακριβώς που λέγεται εδώ. Επειδή ένα λάθος είναι διαδεδομένο δεν καθίσταται αυτόματα σωστό ;)


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Σωστά, Σπύρο.

Θα παρέμβω στην Βικιπαίδεια (στη συζήτηση του όρου) και θα τους παραπέμψω εδώ.


 

Search Tools