Hazardous Materials Identification System (HMIS) -> σύστημα προσδιορισμού επικίνδυνων υλικών, σύστημα καθορισμού επικίνδυνων υλικών, σύστημα αναγνώρισης επικίνδυνων υλικών, σύστημα ταυτοποίησης επικίνδυνων υλικών

wings · 13 · 1374

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69248
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Hazardous Materials Identification System (HMIS) -> σύστημα εξακρίβωσης επικίνδυνων υλικών;

Γιατί «εξακρίβωσης», όμως; Δεν βρίσκω κάποια καλύτερη απόδοση. Θα προτιμούσα «προσδιορισμού» ή «καθορισμού».
« Last Edit: 05 Sep, 2009, 23:35:04 by wings »









wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69248
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μα, αφού τα ξέρεις ήδη, άρα τα προσδιορίζεις ή τα επισημαίνεις. Γιατί να πεις ότι τα «ταυτοποιείς»; Τα υλικά εννοούσα κι εγώ, αλλά έκανα λάθος στη διατύπωσή μου νωρίτερα.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Μπορεί να μην είναι τηλεπικοινωνίες, αλλά μην ξεχνάς Βίκυ και την TELETERM (εκεί υπάρχει διάχυτη σε πολλά λήμματα η παρακάτω γνώση που εφαρμόζει η ΜΟΤΟ στην τηλεπικοινωνιακή ορολογία - πρόκειται για χρήση των δύο βασικών σημασιών του ρήματος προσδιορίζω):

identify -> προσδιορίζω (την ταυτότητα) (την ξέρω και τη λέω)
identify -> προσδιορίζω (την ταυτότητα) (δεν την ξέρω και τη βρίσκω), αναγνωρίζω (συνώνυμο αυτού θα ήταν το ταυτοποιώ που όμως δεν το χρησιμοποιούμε στη ΜΟΤΟ)

be identified -> προσδιορίζεται η ταυτότητά μου, προσδιορίζομαι
be identified -> προσδιορίζεται η ταυτότητά μου, αναγνωρίζομαι

identification -> προσδιορισμός (της ταυτότητας), προσδιορισμός
identification -> προσδιορισμός (της ταυτότητας), αναγνώριση (συνώνυμο αυτού θα ήταν και η ταυτοποίηση)

Βλέπε και ΛΚΝ προσδιορίζω σημασίες 1 και 2:
προσδιορίζω [prozδiorízo] -ομαι P2.1 : 1. ορίζω κτ. ύστερα από μετρήσεις, ελέγχους, υπολογισμούς: ~ το βάρος / το ύψος / την πυκνότητα ενός σώματος. 2. καθορίζω: Προσδιορίστηκε με ακρίβεια το αντικείμενο της έρευνας. ~ τα όρια / τα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθώ. 3. (γραμμ.) για όρο πρότασης που καθορίζει, αποσαφηνίζει ή συμπληρώνει έναν άλ λο όρο της πρότασης: Eπίθετο που παίρνει το γένος, τον αριθμό και την πτώση του ουσιαστικού που προσδιορίζει. [λόγ. < αρχ. προσδιορίζω]


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69248
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou





 

Search Tools