χορτοφάγος άνθρωπος / φυτοφάγο ζώο

spiros · 2 · 4276

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 814118
    • Gender:Male
  • point d’amour
χορτοφάγος (άνθρωπος) / φυτοφάγος (ζώο)

Με αφορμή το παρακάτω άρθρο (το οποίο μυρίζει... μετάφραση):

Φυτοφαγία: Πώς δεν θα ξεπεράσετε τα όρια
Ως φυτοφάγος χαρακτηρίζεται εκείνος που συνειδητά έχει αποκλείσει από το καθημερινό του διαιτολόγιο την κατανάλωση κρέατος και ζωικής προέλευσης τροφών, ενώ αντιθέτως έχει αυξήσει την πρόσληψη φυτικών ινών.
Αυστηρά φυτοφάγος (Vegan) είναι αυτός που αποκλείει από τη δίαιτά του όχι μόνο όλα τα είδη κρέατος (συμπεριλαμβανομένων των ψαριών) αλλά και κάθε ζωικό προϊόν, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αβγά πτηνών ή ψαριών.
Γαλακτοφυτοφάγος (Lacto-vegetarians) είναι αυτός που αποκλείει από τη δίαιτά του όλα τα είδη κρέατος και αβγών (συμπεριλαμβανομένων των ψαριών), αλλά καταναλώνει γαλακτοκομικά προϊόντα.
Γαλακτοωοφυτοφάγος (Lacto-ovovegetarians) είναι αυτός που αποκλείει από τη δίαιτά του όλα τα είδη κρέατος (συμπεριλαμβανομένων των ψαριών), αλλά καταναλώνει γαλακτοκομικά προϊόντα και αβγά.
Μερικώς φυτοφάγος ή κοινός φυτοφάγος (Semi-vegetarians) είναι αυτός που αποκλείει μόνο κάποια είδη κρέατος από τη δίαιτά του ή καταναλώνει όλα τα είδη κρέατος αλλά σε περιορισμένες ποσότητες. Αυτή η κατηγορία φυτοφάγων είναι και η πιο διαδεδομένη.

http://health.in.gr/narticle.asp?arcode=15978

Να αποσαφηνίσουμε ότι το φυτοφάγος (herbivore) ισχύει για τα ζώα:

φυτοφάγος -α / -ος -ο [fitofáγos] E14 : (για ζώο) που τρέφεται μόνο με φυτικές ουσίες· (πρβ. σαρκοφάγος): O ελέφαντας είναι φυτοφάγο ζώο. O άνθρωπος είναι ~ και σαρκοφάγος. || (ως ουσ.) τα φυτοφάγα. [λόγ. < γαλλ. phytophage < phyto- = φυτο- + -phage = -φάγος]
ΛΚΝ

φυτοφάγος, -ος, -ο |1814| αυτός που τρέφεται αποκλειστικά από φυτικές ουσίες, αυτός που τρώει μόνο φυτά ή μέρη φυτού (δεν τρώει κρέας): τα ζώα διακρίνονται σε φυτοφάγα, σαρκοφάγα και παμφάγα. — φυτοφαγία (η)
ΛΝΕΓ

φυτοφάγος -α, -ο, θηλ. και -ος, Ν· 1. αυτός που τρέφεται αποκλειστικά με φυτικές ουσίες· 2. (το αρσ. και θηλ. ως ουσ.) ο, η φυτοφάγος· άτομο που τρέφεται κυρίως με λαχανικά και χορταρικά· 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα φυτοφάγα· (ζωολ.) α) ζώα τα οποία τρέφονται κυρίως με ζωντανά φυτά και με τους καρπούς τους· β) υπεροικογένεια τών κολεόπτερων εντόμων τής υπόταξης πολυφάγα· 4. (φρ.) «φυτοφάγα έντομα»· (ζωολ.) όλα τα έντομα που τρέφονται με ζωντανά φυτά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. phytophagous < φυτόν + -φάγος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1814 στον Νεόφ. Δούκα].
ΠΑΠΥΡΟΣ

φυτοφάγος -ος, -ο επίθ.  (Κ -ος, -ον) ο τρεφόμενος αποκλειστικά με φυτικές ουσίες
ΜΕΛ

A herbivore is an animal that is adapted to eat plants and not meat.
Herbivory is a form of predation in which an organism consumes principally autotrophs[1] such as plants, algae and photosynthesizing bacteria. By that definition, many fungi, some bacteria, many animals, some protists and a small number of parasitic plants can be considered herbivores. However, herbivory is generally restricted to animals eating plants.
https://en.wikipedia.org/wiki/Herbivore


και το χορτοφάγος (vegeterian) κατά κύριο λόγο για τους ανθρώπους:

χορτοφάγος -α / -ος -ο [xortofáγos] E14 : που τρέφεται αποκλειστικά με φυτικές τροφές: Xορτοφάγα ζώα. || (για άνθρ.) που συνηθίζει να τρώει χόρτα και λαχανικά. || (συνήθ. ως ουσ.): Eστιατόριο ειδικό για χορτοφάγους. [λόγ. < μσν. χορτοφάγος `ζώο που τρώει χορτάρι΄ < χορτο- + -φάγος σημδ. αγγλ. vegetarian· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]
ΛΚΝ

χορτοφάγος, -ος, -ο 1. αυτός τού οποίου ο οργανισμός είναι έτσι προσαρμοσμένος, ώστε να τρέφεται αποκλειστικά με χόρτα ή/και φρούτα: ~ ζώα ΣΥΝ. φυτοφάγος ΑΝΤ. σαρκοφάγος 2. αυτός που έχει επιλέξει να μην τρέφεται με κρέας και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε με τα παράγωγα του (για θρησκευτικούς λόγους, από ζωοφιλία ή για λόγους υγιεινής): (κ. ως ουσ.) εστιατόριο για χορτοφάγους. [ΕΤΥΜ. μεσν. < χόρτος + -φάγος, από το θ. τού αρχ. αορ. β' έ-φαγ-ον (βλ. λ. φαγητό)].
ΛΝΕΓ

χορτοφάγος -α, -ο / χορτοφάγος, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και -ος, Ν· αυτός που τρέφεται με χορταρικά· || (νεοελλ.) (ειδικά) αυτός που τρέφεται με λαχανικά και φρούτα αποφεύγοντας συστηματικά τη βρώση τού κρέατος, ιδίως τού κόκκινου, και τών παραγώγων του. [ΕΤΥΜΟΛ. < χόρτος + -φάγος*].
ΠΑΠΥΡΟΣ

χορτοφάγος -ος, -ο επίθ.  (Κ -ος, -ον) ο τρεφόμενος με χορταρικά, όσπρια, φρούτα, αβγά, γάλα κτλ., που έχει όμως αποκλείσει απ' τη διατροφή του το κρέας
ΜΕΛ

Vegetarianism is the practice of following a diet based on plant-based foods including fruits, vegetables, cereal grains, nuts, and seeds, with or without dairy products and eggs. Vegetarians do not eat meat or game, poultry, fish, crustacea and shellfish, and products of animal slaughter. Variants of the diet exclude eggs and/or some products produced from animal labour such as dairy products and honey. The vegan diet is a form of vegetarianism which excludes all animal products from the diet, including dairy products, eggs, and honey. Most vegetarians consume dairy products, and many eat eggs. Lacto-vegetarianism includes dairy products but excludes eggs, ovo-vegetarianism includes eggs but not dairy, and lacto-ovo vegetarianism includes both eggs and dairy products.
https://en.wikipedia.org/wiki/Vegeterian

Βλέπε και: vegetarian, vegan -> χορτοφάγος, αυστηρά χορτοφάγος
« Last Edit: 13 Jun, 2013, 18:02:43 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 814118
    • Gender:Male
  • point d’amour
Η φυτοφαγία απαιτεί γνώσεις διατροφής

Ως φυτοφάγος χαρακτηρίζεται εκείνος που συνειδητά έχει αποκλείσει από το καθημερινό του διαιτολόγιο την κατανάλωση κρέατος και ζωικής προέλευσης τροφών, ενώ αντιθέτως έχει αυξήσει την πρόσληψη φυτικών τροφών.

http://health.in.gr/news/article.asp?lngArticleID=162656

Εδώ έπρεπε να λέει χορτοφαγία...



 

Search Tools