εξάρτηση, εξάρτυση, εξάρτιση (ομόηχα)

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 788455
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Εξάρτηση, εξάρτυση και εξάρτιση

Το ουσιαστικό εξάρτηση παράγεται από το ρήμα εξαρτώ (εξαρτώμαι), που σημαίνει κρεμώ από κάπου (κυριολεκτική χρήση της λέξης), βασίζω ή στηρίζω κάτι σε συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, στηρίζομαι σε κάποιον ή κάτι, ορίζομαι από κάποιον, βρίσκομαι υπό την εξουσία ή τη δικαιοδοσία του (μεταφορική χρήση της λέξης).

Το ουσιαστικό εξάρτυση παράγεται από το ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας εξαρτύω, που σήμαινε ετοιμάζω, παρασκευάζω, εφοδιάζω ή εξοπλίζω. Στη νέα ελληνική γλώσσα η λέξη εξάρτυση δηλώνει τον ατομικό εξοπλισμό,

Το ουσιαστικό εξάρτιση παράγεται από το ρήμα εξαρτίζω, που σημαίνει αρματώνω πλοίο, δηλαδή το εφοδιάζω ή το εξοπλίζω με τα απαραίτητα για την πλεύση του
Εξάρτηση, εξάρτυση και εξάρτιση | in.gr


 

Search Tools