deferred -> αναβολή, αναβλήθηκε, έχει αναβληθεί, μεταχρονίστηκε, μεταχρονισμένο

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
deferred (e-mail) ->

Το γνωστό μήνυμα όταν επιστρέφονται e-mail στο γραμματoκιβώτιο.

Returned mail: see transcript for details

The following addresses had permanent fatal errors:
 (reason: αριθμός σφάλματος ΧΧΧ <διεύθυνση παπάκι διεύθυνση:>... User unknown) Κατανοητό!
  

 ----- Transcript of session follows -----
... while talking to Πάροχος.:
data
αριθμός σφάλματος ΧΧΧ  <διεύθυνση παπάκι διεύθυση>... User unknown Κατανοητό!

<διεύθυνση παπάκι διεύθυνση>... Deferred - Μη κατανοητό
<διεύθυνση παπάκι διεύθυνση>... Deferred - Μη κατανοητό

Βρήκα αυτόν το σύνδεσμο, αλλά δεν κατάλαβα και πολλά:
http://technet.microsoft.com/en-us/library/cc515062.aspx

Περί τίνος πρόκειται και τι ακριβώς σημαίνει; Υποψιάζομαι ότι τα μηνύματα θα φτάσουν, αλλά απλά καθυστερούν. Θα τα λάβει ο παραλήπτης άραγε; Δεν θα φτάσουν ποτέ και θα πρέπει να τα ξαναστείλω;

Ευχαριστώ
« Last Edit: 21 Oct, 2009, 18:10:18 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813203
    • Gender:Male
  • point d’amour


Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Δηλαδή, ανέβαλε την αποστολή για αργότερα. Θα το λάβει ο παραλήπτης;
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
defer: Η απόδοσή του με το αναβάλλω δεν το καλύπτει απόλυτα. Αν αναβάλλω κάτι μπορεί και να μην το κάνω καθόλου. Αυτό όμως σημαίνει μεταθέτω σε ορισμένο μελλοντικό χρόνο κάποια ενέργεια, μεταχρονίζω. Στη βάση TELETERM το έχουμε σε 35 λήμματα με τις μορφές:

defer  -> μεταχρονίζω
derferment -> μεταχρονισμός
deferred -> μεταχρονισμένος
deferrable -> μεταχρονίσιμος

Σημείωση: Με αυτήν την έννοια χρησιμοποιήθηκε και το ετεροχρονίζω, το οποίο όμως είναι γένια έννοια. Δηλαδή:
ετεροχρονίζω: ρυθμίζω να γίνει κάτι σε διαφορετικό (έτερο) χρόνο από εκείνον που προβλεπόταν
προχρονίζω: ετεροχρονίζω για μελλοντικό χρόνο (ως προς τον προβλεπόμενο)
μεταχρονίζω: ετεροχρονίζω για προηγούμενο χρόνο (από τον προβλεπόμενο)


Εδώ:

Deferred -> (το ηλ-μήνυμα) μεταχρονίστηκε   ή
Deferred -> (ηλ-μήνυμα) μεταχρονισμένο
 






 

Search Tools