Απολαμβάνω της εμπιστοσύνης (όχι απολαμβάνω την εμπιστοσύνη...)

banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
Εντάσσεται άραγε σε προσπάθεια κατάργησης της γενικής χάριν απλοποίησης ή οφείλεται σε απλή άγνοια;
Αν πρόκειται για το πρώτο, ας θυμηθούμε και την αντίστροφη γελοιότητα, της γενικής εκεί που δεν υπήρχε και δεν χρειάζεται, π.χ. αντί να πουν "χιλιάδες άνθρωποι", να λένε "χιλιάδες ανθρώπων".

Aπό τα σημερινά ΝΕΑ:     
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο Σάββας... κάνει πόλεμο
...ενώ «ξέχασαν» 268.076 συμβασιούχους
ΓΙΑΝΝΗΣ Λ. ΠΟΛΙΤΗΣ
Όσο πληθαίνουν οι αποκαλύψεις - σαν τη χθεσινή των «ΝΕΩΝ» για τα ΚΕΚ και τους διαγωνισμούς των 172 εκατομμυρίων ευρώ - τόσο η κυβέρνηση αναγκάζεται να παρέχει κάλυψη στον κ. Σάββα Τσιτουρίδη.
«Απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού», δηλώνουν στερεότυπα οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, παρ' ότι πολλοι υπουργοί και βουλευτές - μεταξύ των οποίων και παλιοί φίλοι του - παίρνουν πλέον αποστάσεις ασφαλείας από τον υπουργό Απασχόλησης.


Από το ΛΚΝ, αντιγράφω:
απολαμβάνω & απολαβαίνω P αόρ. απόλαυσα, απαρέμφ. απολαύσει  :
1α.χαίρομαι, ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα (με τις αισθήσεις ή με το πνεύμα) τη χρήση, την κατανάλωση ή γενικότερα τη σχέση μου με κτ.: ~ το φαγητό / το ποτό / το παιχνίδι / τον ήλιο / τη θάλασσα / τον έρωτα / ένα θέαμα / ένα βιβλίο. Aπολαμβάνει τις χαρές της ζωής. ~ τις ανέσεις ενός πολυτελούς ξενοδοχείου. Θέλω να απολαύσω το ηλιοβασίλεμα. Άφησέ με να απολαύσω πρώτα το φαγητό μου.
β. ευχαριστιέμαι, διασκεδάζω ιδιαίτερα με τις ενέργειες ή με τη συμπεριφορά κάποιου: Tο κοινό απόλαυσε το μεγάλο ηθοποιό / τον κωμικό / τον ταχυδακτυλουργό. Tον ~ καθώς μιλάει / χορεύει / παίζει.
2. (λόγ., με γεν.) ~ τιμών / σεβασμού / εμπιστοσύνης κ.ά., με τιμούν, με σέβονται, με εμπιστεύονται κ.ά.
3. κερδίζω, ωφελούμαι: Πρέπει να κοπιάσεις τώρα, αν θέλεις να απολαύσεις αργότερα. Δεν απολαβαίνει σχεδόν τίποτα από την καλλιέργεια του κτήματός του.   [λόγ. < μσν. απολαμβάνω σύμπτ. των αρχ. ἀπολαύω (στη σημ. 3) + ἀπολαμβάνω (στις σημ. 1, 2) με βάση τα συνοπτ. θ. απολαυ(σ)- / απολαβ- (νεοελλ. λαϊκό: απολαύω – απόλαψα)· μεταπλ. κατά το λαμβάνω > λαβαίνω]
« Last Edit: 22 Sep, 2006, 16:20:43 by alexandra_k »


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Να συμπληρώσω:

Το ακόμα πιο λόγιο ρήμα είναι απολαύω (από το οποίο και η απόλαυση· καμία σχέση με το «απολαμβάνω»).

Η αρχική λόγια διατύπωση: απολαύω της εμπιστοσύνης.

Υπό την επιρροή του «απολαύω», το αρχαίο «απολαμβάνω» κατάντησε σήμερα να έχει τη μία και μοναδική σημασία που έχει (π.χ. απολαμβάνω το φαγητό) και στους άλλους χρόνους παίρνει τύπους από το «απολαύω» (π.χ. απόλαυσα / απήλαυσα πραγματικά το φαγητό).

Καταχρηστικά χρησιμοποιείται στη θέση του «απολαύω». Ο Μπαμπ. λέει ότι «δεν πρέπει να προτιμάται έναντι του απολαύει της εμπιστοσύνης».

Ωστόσο, η μετατόπιση είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση και κινείται προς την πολύ πιο φυσική χρήση της αιτιατικής μετά το «απολαμβάνω». Έτσι, όπως απολαμβάνουμε το φαγητό μας, θα μάθουμε να απολαμβάνουμε και την εμπιστοσύνη των άλλων. Πόσες απολαύσεις έχουμε άλλωστε στη ζωή;

Ευρήματα:
100 "απολαύει της εμπιστοσύνης"
900 "απολαμβάνει της εμπιστοσύνης"
400 "απολαμβάνει την εμπιστοσύνη"



 

Search Tools