axiom of comprehension -> αξίωμα της συμπερίληψης, αξίωμα της συμπεριληπτότητας

padma1976

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 596
    • Gender:Female
Είναι μαθηματικός όρος και αφορά στα σύνολα. Αναζήτησα το "αρχή της περιεκτικότητας" ή της "συμπερίληψης", αλλά δεν βρήκα κάτι που να με καλύπτει. Εντόπισα αυτό: http://209.85.229.132/search?q=cache:MnCzt-jtdJAJ:www.math.uoc.gr:1080/Members/asirokof/ZERMELLO.doc+%22+%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CF%89%CE%BC%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7%CF%82&cd=2&hl=el&ct=clnk&gl=gr&lr=lang_el   που έχει σχέση με το κείμενό μου, αλλά δεν έβγαλα άκρη. Any idea?


Χμμμ... Προφανώς αναφέρεται στη Γενική Αρχή της Συμπερίληψης (του Καντόρ).
« Last Edit: 09 Dec, 2009, 17:48:34 by wings »
I never worry for the future. It always comes too soon.


Agent Cadmus

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2859
    • Gender:Male
  • "Put your sins in a box" whispered the voice.
Αν βοηθάει καθόλου, ο Μέμας Κολαίτης έχει το comprehension ως συμπεριληπτότητα... για την ακρίβεια το ορίζει ως συμπεριληπτότης (Κολαίτης Μ., Αγγλοελληνικό λεξικό των θεωρητικών και εφηρμοσμένων μαθηματικών (μετά ελληνοαγγλικών παραρτημάτων), Αθήνα, ΤΕΕ, 1976, τόμος Α, σελ. 164).

Λογικά το ίδιο πράγμα είναι. Εξάλλου, όλες οι αναφορές εκεί συγκλίνουν: http://www.google.gr/#q=%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7+comprehension&hl=el&sa=2&fp=c2f93d6f16861ba3



padma1976

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 596
    • Gender:Female
Βεβαίως και βοηθάει, και αφού είναι από μαθηματικό λεξικό, θα το προτιμήσω. Thanks!
I never worry for the future. It always comes too soon.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Θεωρώ (διαφωνώντας λίγο με τον Μ. Κολαΐτη) ότι οι σωστές αντιστοιχίες είναι οι ακόλουθες:

comprehend -> συμπεριλαμβάνω, (εμ)περιέχω
comprehension -> συμπερίληψη, περίεξη
comprehensive -> συμπεριληπτικός, περιεκτικός
comprehensiveness -> συμπεριληπτικότητα, περιεκτικότητα
comprehensible -> συμπεριληπτός, περιεκτός
comprehensibility, comprehensibleness -> συμπεριληπτότητα, περιεκτότητα

Άρα:
axiom of comprehension -> αξίωμα της συμπερίληψης   και θά 'λεγα:
principle of comprehension -> αρχή της συμπερίληψης (που είναι βέβαια συνώνυμο)



 

Search Tools