Nymphe -> Νύμφη, νύμφη

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 811629
    • Gender:Male
  • point d’amour
Nymphe -> νύμφη, νύμφη

Nύμφη η [nímfi] Ο30 : 1.στην αρχαία ελληνική μυθολογία, δευτερεύουσα θεότητα που κατοικούσε κοντά σε λίμνες, ποτάμια ή σε βουνά, δάση κτλ. || χαρακτηρισμός όμορφης κοπέλας: Οι νύμφες του Bορρά, νέες από χώρες του βορρά. 2. για ωραία παράλια πόλη· νύφη1γ: H νύμφη του Θερμαϊ κού, η Θεσσαλονίκη. H νύμφη του Παγασητικού, ο Bόλος.
[λόγ. < αρχ. Νύμφη]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 21 Jul, 2018, 12:38:53 by spiros »


 

Search Tools