coach -> προγυμνάζω, εκγυμνάζω, προπονώ, καθοδηγώ, καθοδηγώ επαγγελματικά, διαπονώ, διαπονεύω, μεντορεύω, προπαιδεύω, υποστηρίζω, επιβοηθώ, πηγαίνω με άμαξα, ταξιδεύω με λεωφορείο, προπονητής, προπονήτρια, προγυμναστής, προγυμνάστρια, φροντιστής, τετράτροχη άμαξα, άμαξα, αμάξι, καρότσα, υπεραστικό λεωφορείο, τουριστικό λεωφορείο, πούλμαν, επιβατικό βαγόνι, βαγόνι, αμάξωμα, τουριστική θέση

valeon · 53 · 9071

valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Κρίση Μελών Αρ.5

coach, coaching, ...

Ύστερα από ερωτήματα δύο κυριών (της πρώτης μέλους της ΕΛΕΤΟ και της δεύτερης μέλους της Hellenic Coaching Association), που είναι ταυτόσημα και υποβλήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, το ΓΕΣΥ δέχτηκε πρόταση του προέδρου του – η οποία έχει ήδη δοθεί ως απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα – και αποφάσισε να την υποβάλει στη διαδικασία της Κρίσης Μελών. Συνοπτικά:

Τα ερωτήματα

– Ποια θα μπορούσε να είναι μία καλή απόδοση του όρου coaching στα ελληνικά; Φαίνεται ότι ακόμα και στα αγγλικά ο όρος coaching, που προέρχεται από τον αθλητισμό, δεν αποδίδει με ακρίβεια την έννοια. Το ICF (ο μεγαλύτερος σύλλογος coach διεθνώς) ορίζει το coaching ως ακολούθως:
partnering with clients in a thought-provoking and creative process that inspires them to maximize their personal and professional potential.

– Πώς μπορούμε να αποδώσουμε στα Ελληνικά τον όρο coaching και ανάλογους όρους coachee και coach;. Είναι μία νέα επιστήμη στην Ελλάδα με την οποία ο coach παρέχει βοήθεια στον coachee προκειμένου ο δεύτερος να καθορίσει τους στόχους του και να βρει μόνος του τον τρόπο και τη δύναμη να τους ακολουθήσει.

Το σκεπτικό

Καταρχήν, θεωρείται ότι οι αποδόσεις-δάνεια κόουτσινγκ, κοουτσάρω, κοουτσάρισμα κτλ. δεν πρέπει να μας απασχολήσουν ούτε στο ελάχιστο ως υποψήφιες ελληνικές αποδόσεις. Εδώ πρόκειται για διαθεματικό δανεισμό της αγγλικής των όρων coach, coaching, coacher, coachee από την αθλητική ορολογία, όπου στα ελληνικά έχουν ήδη καθιερωθεί οι όροι προπονώ, προπόνηση, προπονητική, προπονητής.

Ύστερα, κρίνεται ότι πρέπει να καθιερωθεί ειδικός ελληνικός όρος, που να μην συγχέεται με τον αθλητικό. Η έννοια "coaching" όπως την ορίζει η International Coach Federation (δηλαδή: partnering with clients in a thought-provoking and creative process that inspires them to maximize their personal and professional potential) έχει τα βασικά χαρακτηριστικά της αθλητικής έννοιας, εκτός από εκείνο της προετοιμασίας (για αγώνα/αγώνες) η οποία, στους ελληνικούς όρους, δηλώνεται με την πρόθεση προ-.

Ο ορισμός της ICF λέει, λοιπόν, ότι το coaching είναι «εταιρισμός (στενή σχέση εταίρου/συνεργάτη) με τους πελάτες με τη μορφή δημιουργικής διεργασίας που παρακινεί τη σκέψη τους και τους εμπνέει ώστε να μεγιστοποιήσουν τις προσωπικές και επαγγελματικές δυνάμεις/προοπτικές τους». Είναι στενή συνεργασία, με καθοδηγητικό ρόλο, με παροχή πρακτικά εφαρμόσιμων οδηγιών που διεγείρει, εξασκεί και εκγυμνάζει τη σκέψη οδηγώντας στην παραγωγή ιδεών, στην επίλυση προβλημάτων, στη ανάπτυξη ή βελτίωση προοπτικών κτλ.

Στη δεξαμενή της ελληνικής γλώσσας όπως την παρέχει στο Μεγάλο Λεξικό του ο Δ. Δημητράκος, αναζητήθηκαν ως υποψήφιοι όροι ρήματα  και παράγωγα ρημάτων όπως: παιδεύω, παιδαγωγώ, ασκώ, άγω, οδηγώ, βοηθώ και πονώ ή σύνθετα των ρημάτων αυτών καταρχήν με την πρόθεση συν- (ως φορέα της έννοιας του εταιρισμού) και ύστερα με την πρόθεση δια- (ως φορέα της έννοιας της προσπάθειας, της διάρκειας, της διεξαγωγής και της διεκπεραίωσης). Σε αυτήν την λεξικογραφική και εννοιοσκοπική αναζήτηση συναντήθηκε και το ρήμα διαπονώ με πρώτη σημασία: επεξεργάζομαι επιμελώς, δεύτερη σημασία: παρακολουθώ μετά ζήλου και τρίτη σημασία: εξασκώ, γυμνάζω.

Η πρόταση

coach (ρήμα) -> διαπονώ (μεταβατικό όπως το προπονώ)
coaching (ενέργεια του ρήματος, γερούνδιο) -> διαπόνηση
coaching (ουσιαστικό για το αντικείμενο, πεδίο, κλάδο ή τομέα) -> διαπονητική
coach(er) (ουσιαστικό που σημαίνει τον ενεργούντα) -> διαπονητής
coachee (ουσιαστικό που σημαίνει τον υφιστάμενο την ενέργεια) -> διαπονούμενος
International Coach Federation -> Διεθνής Ομοσπονδία Διαπονητών ή Διεθνής Ομοσπονδία Διαπονητικής

Με ηλεκτρονικό έγγραφο έχουν κληθεί τα μέλη της ΕΛΕΤΟ να πουν ΝΑΙ ή ΟΧΙ στις παραπάνω αποδόσεις και, στη δεύτερη περίπτωση, να αντιπροτείνουν άλλες αποδόσεις, το αργότερο ως τις 20-1-2010, συμπληρώνοντας τον σχετικό πίνακα.

Στο παρόν νήμα καλούνται όλα τα μέλη που συμμετέχουν στο ELETO Forum να ρωτήσουν/σχολιάσουν/προτείνουν/συζητήσουν κτλ. το θέμα χωρίς όμως να παραλείψουν τελικά να στείλουν την παραπάνω ηλεκτρονική απάντησή τους ως την συγκεκριμένη προθεσμία.


Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1338
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Η θέση μου για την προτεινόμενη απόδοση του όρου coach με το διαπονώ είναι αρνητική για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω. Στην πορεία θα ασχοληθώ και με τα επιμέρους σημεία της σχετικής εισήγησης που τέθηκε υπό την κρίση των μελών της ΕΛΕΤΟ, με αριθμό 5, και στο τέλος θα καταθέσω και τη δική μου πρόταση.

Λέχθηκε λοιπόν ότι ο όρος coach προέρχεται από τον αθλητισμό και μέσω αυτού τού αρχικού αθλητικού όρου επεκτάθηκε και στη σημασία που έχει αποκτήσει σήμερα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Τούτο είναι ανακριβές. Συγκεκριμένα, ο όρος coach ως μεταβατικό ρήμα εμφανίζει στις αρχές τού 18ου αι. την ακόλουθη σημασία (αντιγράφω από το Oxford, το οποίο παρέχει και τις σχετικές χρονολογικές σημάνσεις):
Tutor, train, esp. individually or intensively (for an examination, competition, etc.); give hints to; prime with facts. E18.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ρήμα coach στο Oxford δεν έχει ούτε μία σημασία που να είναι αποκλειστική στον αθλητισμό. Ολόκληρο το λήμμα έχει ως ακολούθως:
1 v.t. Convey in, seat in, or provide with a coach. Now rare. E17.
2 v.i. Ride or drive in a coach. M17.
3 v.t. Tutor, train, esp. individually or intensively (for an examination, competition, etc.); give hints to; prime with facts. E18.
b Decoy (wild cattle, horses, etc.) with tame animals. Austral. L19.


Η σημασία coach = προγυμνάζω, λοιπόν, αποτελεί την κυρίαρχη σημασία τού μεταβατικού ρήματος coach στο σύνολο του αγγλόφωνου κόσμου ήδη από τις αρχές τού 18ου αι. Χαρακτηριστικά αναφέρω τα quotations που παραθέτει το Oxford (καμία σχέση με τον αθλητισμό, όπως θα διαπιστώσετε):
C. CHAPLIN Sydney had so zealously coached me that I was almost word-perfect.
H. MACMILLAN Expert scientists who tried to coach me in the profound mysteries of atomic theory.


Το ουσιαστικό coach άργησε ωστόσο να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηρισμός ανθρώπου — και, δεδομένης της αταλάντευτης σημασίας τού μεταβ. ρ. coach, η πρώτη σημασία τού ουσ. coach (την οποία διατηρεί ανελλιπώς από τα μέσα τού 19ου αι. μέχρι και σήμερα) είναι προγυμναστής:
3 A private tutor. M19.

Μόνο στα τέλη τού 19ου αι. προστίθεται και η εξειδικευμένη στο πεδίο τού αθλητισμού σημασία προπονητής (η οποία επίσης είναι σε χρήση μέχρι και σήμερα):
b An instructor of an athletics team, rowing crew, etc. L19.

Πέρα από το σφάλμα τού να θεωρήσουμε ότι το coach αναφέρεται αποκλειστικά στον αθλητισμό, ένα άλλο σφάλμα είναι και το να αποτύχουμε να αντιληφθούμε το πώς χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος όρος στην αγγλική. Ο αγγλόφωνος έχει το coach ως έναν όρο-ομπρέλα με τον οποίο περιγράφει όλες τις διαδικασίες προετοιμασίας, προγύμνασης, προκατάρτισης, προπόνησης, προπαίδευσης, προπαρασκευής, προάσκησης, εκγύμνασης, καλλιέργειας και σφυρηλάτησης, και το κατά περίπτωση ακριβές περιεχόμενό του καθορίζεται, μαζί με τις όποιες ιδιαιτερότητές του, από το συγκεκριμένο πεδίο στο οποίο κάθε φορά αναφέρεται. Δεν αλλάζει ο όρος, απλώς προσδιορίζεται επακριβώς το συγκεκριμένο φορτίο του αναλόγως του πεδίου. Είναι όπως ο όρος φτερό από μόνος του, χωρίς προσδιορισμό πεδίου, δεν λέει τίποτα — αλλά μόλις πούμε φτερό αεροπλάνου, αυτοκινήτου, σερβιέτας ή ξεσκονίσματος, καταλαβαίνουμε αμέσως για το τι ακριβώς πρόκειται. Αυτήν τη στιγμή το coach μπορεί να αναφέρεται σε καμιά δεκαριά τομείς, και ο αγγλόφωνος ορθότατα παραμένει στην κοινή (δηλ. ανεξάρτητη πεδίου) ουσία που συνδέει τη σημασία τού coach σε όλα αυτά τα πεδία και γι’ αυτό αρκείται στην ίδια λέξη. Επομένως και εμείς θα ενεργήσουμε σοφότερα εάν στραφούμε στην επιλογή ενός όρου ο οποίος να είναι όντως διαθεματικός και να μην επιλεγεί με μοναδικό σκεπτικό το να καλύψει μια αποσπασματική απαίτηση για την ICF και μόνο.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι το θέμα τού ορισμού. Δυστυχώς, όπως γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν την τύχη και την ατυχία να ασχολούνται με το πεδίο τής διοίκησης και της ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, οι όροι που εισάγονται και χρησιμοποιούνται στον συγκεκριμένο χώρο ακολουθούν τη λογική (ή μάλλον τον παραλογισμό) που χαρακτηρίζει και τη γυναικεία μόδα: Νέοι όροι εισάγονται μόνο και μόνο ως μόδα (δηλ. χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση στο περιεχόμενό τους από υφιστάμενους όρους) ή ως αποτέλεσμα εμμονών, ιδιοσυγκρασιακών θεσφάτων ή της ανάγκης διαφοροποίησης διαφόρων γκουρού τού χώρου, την ίδια ώρα που νέο περιεχόμενο δίδεται σε παλιούς όρους από άλλους γκουρού. Αν πιστέψει κανείς τη Wikipedia (πάντως όχι και η καλύτερη πηγή για ορισμούς), υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ coaching και mentoring: «Coaching deals primarily with skill building, whereas a mentor is one who helps shape the outlook or attitude of the individual», τοποθέτηση η οποία, όπως θα δείτε αμέσως παρακάτω, δεν είναι αποδεκτή από όλους τους φορείς τού χώρου.

Ο ορισμός τής International Coach Federation (ICF), όπως είδαμε και στην εισήγηση του Προέδρου μας, είναι:
Coaching: Coaching is partnering with clients in a thought-provoking and creative process that inspires them to maximize their personal and professional potential.

Ο ορισμός (ή μάλλον οι ορισμοί) τού Association for Coaching:
Personal/Life Coaching: "A collaborative solution-focused, results-orientated and systematic process in which the coach facilitates the enhancement of work performance, life experience, self-directed learning and personal growth of the coachee." (Anthony Grant, University of Sydney, 2000)
Executive Coaching: “As for personal coaching, but it is specifically focused at senior management level where there is an expectation for the coach to feel as comfortable exploring business related topics, as personal development topics with the client in order to improve their personal performance.”
Corporate/Business Coaching: “As for personal coaching, but the specific remit of a corporate coach is to focus on supporting an employee, either as an individual, as part of a team and/or organisation to achieve improved business performance and operational effectiveness”
Speciality/Niche Coaching: “As for personal coaching, but the coach is expert in addressing one particular aspect of a person’s life e.g. stress, career, or the coach is focused on enhancing a particular section of the population e.g. doctors, youths.”
Group Coaching: “As for personal coaching, but the coach is working with a number or individuals either to achieve a common goal within the group, or create an environment where individuals can co-coach each other.”


Ο ορισμός τού Worldwide Association of Business Coaches (WABC), το οποίο τουλάχιστον έχει το θάρρος να παραδεχτεί ότι ο ορισμός αυτός δεν είναι οριστικός και δουλεύεται ακόμη:
Business coaching is the process of engaging in meaningful communication with individuals in businesses, organizations, institutions or governments, with the goal of promoting success at all levels of the organization by affecting the actions of those individuals.
Business coaching enables the client to understand and enhance his or her role in achieving business success. The business coach helps the client discover how personal characteristics, including a sense of self and personal perspectives, affect personal and business processes and the ability to reach objectives within a business context. With this method, successful coaching helps the client learn how to change or accommodate personal characteristics and how to create personal and business processes that achieve objectives.
Business coaching establishes an atmosphere of trust, respect, safety, challenge and accountability to motivate both the coach and the client. In turn, this requires that the business coach conduct an ethical and competent practice, based on appropriate professional experience and business knowledge and an understanding of individual and organizational change.
Note: The above definition includes a range of practice (e.g., team and individual coaching) within business coaching. But throughout, there is a clear focus on achieving business objectives. It is this focus that distinguishes business coaching from other types of coaching. Business coaching addresses the client’s development for the purpose of achieving business outcomes rather than achieving personal or career goals.


Ο ορισμός τής Coaches and Mentors of South Africa (COMENSA) (με την επισήμανση για απουσία σχετικών προτύπων):
The term ‘coach’ or ‘mentor’ is used to describe all types of coaching/mentoring that may be taking place, both inside and outside the work environment. COMENSA recognises that there are many types of coaching/mentoring taking place and these will need to be defined as more detailed standards are produced.
Coaching is about creating change that helps enhances performance and learning. Coaches emphasise new competencies, learning and goal attainment. In fact, a coach is a personal navigator for the journey of life, focusing on what the clients want. Everything in coaching hinges on listening with the client’s agenda in mind.
COMENSA defines coaching as “a professional, collaborative and outcomes-driven method of learning that seeks to develop an individual and raise self-awareness so that he or she might achieve specific goals and perform at a more effective level”.


Αλλά καλύτερο απ’ όλους (μακράν!) είναι το European Mentoring and Coaching Council (EMCC), το οποίο απλώς διαπιστώνει:
The term “coach/mentoring” is used to describe all types of coaching or mentoring that may be taking place, both in the work environment and outside. The EMCC recognise that there will be many types of coach/mentoring taking place and these will need to be defined when more detailed standards are produced.
The term “client” denotes anyone using the services of a coach/mentor. We believe the term “client” is interchangeable with any other term that the parties to the coach/mentoring relationship might be more comfortable with, such as “colleague”, “learner”, “partner”, “coachee” or “mentee”.


Δηλαδή αν καταλάβατε καλά, φίλτατοι, πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το! Ένας ορολόγος θετικού πεδίου ζαλίζεται από την πολυφωνία και εντέλει την απουσία ενός σαφούς και πλήρως αποδεκτού ορισμού — οπότε για τι οροδοσία μιλάμε! Δεν πρόκειται εδώ για έναν κοχλία που μόνο κοχλία και κοινώς βίδα μπορείς να τονε πεις· που έχει συγκεκριμένο ορισμό που καθιστά σωστά μόνο τα κοχλίας και βίδα (αναλόγως ύφους και γλωσσικού επιπέδου) και λάθος οτιδήποτε άλλο. Ελπίζω να γίνεται πλέον αντιληπτό γιατί επιμένω ότι οι αγγλόφωνοι σοφά και συνετά πράττουν με το να χρησιμοποιούν μια κοινή και άμεσα αναγνωρίσιμη λέξη για να περιλάβουν κάτω από την ομπρέλα της όλες τις εκφάνσεις των δραστηριοτήτων που μπορεί να γίνονται με την ετικέτα τού coaching — και το παράδειγμα αυτό είναι καλύτερα να ακολουθήσουμε και εμείς.

Προχωρώ παρακάτω. Για κάποιον λόγο, θεωρήθηκε απαραίτητο να στραφούμε στον Δημητράκο για να βρούμε την απόδοση του όρου coach — δηλαδή, εκεί που ο αγγλόφωνος έχει μια γνωστότατη λέξη με μια νέα, πρόσθετη σημασία (ήτοι ένα πράγμα να μάθει), εμείς σώνει και καλά να βρούμε μια ελληνική λέξη που δεν θα τηνε καταλαβαίνει κανείς, συν τον ορισμό της (δηλαδή εμείς να έχουμε δύο πράγματα να μάθουμε). Τελοσπάντων, αυτό από μόνο του δεν είναι εξ ορισμού αρνητικό (ωστόσο το σημειώνω), αλλά επιτρέψτε μου να φάω λίγο ακόμη από τον χρόνο σας για να σας πω πώς εγώ, με το απλοϊκό μου μυαλό, προσεγγίζω έναν όρο τής «δεξαμενής» όταν τον αντικρίζω για πρώτη φορά, για να κρίνω το κατά πόσο είναι επιτυχής η όχι — το αποκαλώ «το κριτήριο της μαύρης λέξης» (όπου μαύρη = αδιαφανής, πρβλ. black box):
  • Αναζητώ γνωστές ρίζες, ώστε να αντιληφθώ τη σημασία του. Π.χ. βλέπω εξίτηλος και αγνοώ τη λέξη, αλλά γνωρίζω το ανεξίτηλος οπότε καταλαβαίνω ότι πρόκειται για το αντίθετο της γνωστής σε μένα λέξης. Όντως αυτό σημαίνει, οπότε είναι επιτυχής ο όρος.
  • Αναζητώ τη σημασία των άγνωστων ριζών, για να συμπληρώσω τα κομμάτια του παζλ που λείπουν. Π.χ. βλέπω μικρορροπύγιος, αναγνωρίζω τα μικρ(ο)- και πυγή, αλλά κάτι μου λείπει. Μαθαίνω λοιπόν ότι όρρος είναι το άκρο τού ιερού οστού, και ορροπύγιον το άκρο τού κόκκυγα των πουλιών, οπότε μικρορροπύγιος είναι αυτός που έχει μικρή ουρά. Μονοσήμαντα οδηγούμαι στη (μοναδική) σημασία, οπότε πάλι επιτυχής τελικά ο όρος.
  • Γνωρίζω τη ρίζα αλλά δεν καταλαβαίνω τη σύνδεση με τη σημασία τού όρου, οπότε αναζητώ τις τυχόν σημασιολογικές μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει. Π.χ. βλέπω φωρατής και θυμάμαι ότι φωρ παναπεί κλέφτης, όμως δεν μπορώ να συνδέσω τον κλέφτη με τον φωρατή. Αλλά στη συνέχεια συνειδητοποιώ ότι αυτόφωρος είναι ο αντιληπτός κατά τη διάπραξη, και κατάφωρος είναι αυτός που έχει ανακαλυφθεί (και πλέον είναι ολοφάνερος, εξ ου και η νέα σημασία), οπότε αντιλαμβάνομαι τη σύνδεση του όρου φωρατής με την έννοια της ανίχνευσης — μαλλαλόγια ο φωρατής είναι detector, όπως κι ο detective πιάνει τον κλέφτη. Άλλη μια μονοσήμαντη αντιστοίχιση, άλλος ένας επιτυχής όρος.

Πάω λοιπόν τώρα να εφαρμόσω το προαναφερθέν «κριτήριο της μαύρης λέξης» στον όρο διαπονώ. Αρχίζω από το θέμα -πονώ: Μήπως δηλώνει ενέργεια σε κάτι αφηρημένο, όπως το ματαιοπονώ; Μήπως δηλώνει ενέργεια (ή απουσία της) σε συγκεκριμένο αντικείμενο, όπως τα εκπονώ και φυγοπονώ; Μήπως δηλώνει ότι πονάω σωματικά, όπως το κοιλοπονώ; Μήπως δηλώνει ότι πονάω ψυχικά, όπως τα συμπονώ και ψυχοπονώ; Ή μήπως δηλώνει κάτι που έχει σχέση με ενέργειά μου επί άλλου ατόμου, όπως τα καταπονώ και προπονώ; «Μπα», σκέφτομαι, «δεν μπορώ να είμαι σίγουρος — αλλά τότε θα με κατευθύνει σίγουρα στη σωστή σημασία το πρόθημα». Ναι, αλλά τι σημαίνει το  δια-; Μάλλον όχι κίνηση, όπως τα διατρέχω και διαχέω, μιας και το πονώ δεν συνδέεται με κίνηση. Μήπως τότε σημαίνει ότι μοιράζομαι τον πόνο με κάποιον, κατ’ αναλογία με το διανέμω; Μήπως πάλι σημαίνει ότι δεν έχει καμία σχέση ο πόνος μου με του άλλου, κατ’ αναλογία με τα διαφέρω και διαφωνώ; Μήπως δηλώνει ανταγωνισμό, όπως το διαπληκτίζομαι; Μήπως αμοιβαιότητα, όπως το διαγωνίζομαι; Μήπως χρονική διάρκεια, όπως το διατελώ; Μήπως δυσκολία, όπως το διαβλέπω; Μήπως την επιδίωξη πληρότητας του αποτελέσματος, όπως το διακωμωδώ; Ή μήπως διαδικασία, όπως το διαπαιδαγωγώ; Αυτό το τελευταίο φαίνεται καλή ιδέα, αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς σίγουρος με τόσες μεταβλητές;

Καθώς δεν βρίσκω το διαπονώ στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά, λέω ας κοιτάξω στο LSJ, μπας και μου δώσει κατευθείαν το αγγλικό ισοδύναμο, και καταφέρω να βγάλω συμπέρασμα. Διαβάζω, λοιπόν:
διαπον-έω, work out with labour, elaborate, Isoc.5.85; cultivate, practise, δ. γράμματα Pl.Lg.810b, cf.R.535c; τὰ πρὸς ἀγῶνας συντείνοντα Arist.Pol.1341a11; exercise, σώματα X.Cyn.4.10; σώματα δρόμοις καὶ πάλαις Plu.Lyc.14; αὑτὸν Id.Dem.5; στρατόν App.Syr.43; τοὺς νέους Luc.Anach.18:—
Med., to get worked out, διαπονεῖσθαι ἐπιτηδεύματα, τέχνας, Pl.Lg.846d, cf.Phdr.273e, X.Mem.2.1.33:—
Pass., Pl.Criti.118c, Ep. 326d, etc.; οἴκου ..οὐχ ὡς τὰ πρόσθ' ἄριστα διαπονουμένου to be managed, governed, A.Ag.19; διαπονηθῆναι τὴν μουσικήν to be taught it thoroughly, Plu.Per.4; διαπεπονημένοι veterans, D.S.11.7; ὄψων ..περιττῶς διαπεπονημένων Plu.Luc.40.
2. till or cultivate completely, χώραν Plb.4.45.7:—
Pass.: also, to be much grieved, Hell.Oxy.12.5.
3. Pass., to be worn out, troubled, Act.Ap.4.2, 16.18, POxy.743.22 (i B.C.).
II. intr., to work hard, toil constantly, δ. τῇ διανοίᾳ καὶ τῷ σώματι Arist.Pol.1339a8, cf. Aristeas 92; περὶ τὸ σῶμα Arist.EN1178a26; περὶ τὰ δημιουργικὰ τεχνήματα Pl.Lg.846d: c. inf., δ. πᾶν ἰσόρροπον ποιεῖν X.Smp.2.17: —
Med., δ. τὸ πᾶσαν πίστιν λαβεῖν Pl.Lg.966c; δ. περὶ τὸν γόνον Arist. GA759b1; οἱ διαπονούμενοι the hard-working, hardy, opp. ἄπονοι, X. Lac.5.8; to be hard-worked, of hounds, Arr.Cyn.32.1, al.


Δεν μπορώ να πω ότι βγάζω σαφές συμπέρασμα. Κάτι για πολλή δουλειά και μόχθο βλέπω σε κάποιες σημασίες, κάτι για καλλιέργεια, άσκηση ή/και πρακτική εξάσκηση σε άλλες — ορισμένες φορές μέχρις εξαντλήσεως. Αφού δεν βγαίνει άκρη, στρέφομαι στον Θησαυρό τής Ελληνικής Γλώσσας και διαβάζω:
διαπονώ (-έω) Α 1. εργάζομαι με ζήλο, με επιμονή 2. εξασκώ, γυμνάζω 3. παρακολουθώ, καταγίνομαι με κάτι 4. (για γη) καλλιεργώ επίμονα 5. (για σπίτι) διοικώ, κυβερνώ 6. κουράζομαι, εργάζομαι πολύ 7. (μέσ.) (μτφ.) ταράζομαι, ενοχλούμαι

Πολλές σημασίες, και όχι κάτι επαρκώς σαφές. Μήπως βοηθήσουν οι παράγωγες λέξεις;
διαπόνημα Α 1. βαριά εργασία, κόπος, εξάσκηση, εκγύμναση 2. έντεχνη εργασία 3. αμοιβή για εργασία
διαπόνηση Α 1. επιμελής κατασκευή 2. κόπος 3. άσκηση
διάπονος Α 1. εξασκημένος, σκληραγωγημένος 2. ταλαιπωρημένος, απρόθυμος 3. επίπονος, κουραστικός


Και τότε μαθαίνω ότι ο όρος διαπονώ είναι αυτός που συζητούμε για ελληνικό αντίστοιχο του αγγλικού coach ειδικά στη σημασία που αυτό έχει στο HRD! Κατηγορηματικά «όχι» λοιπόν, διότι επιχειρούμε να νεκραναστήσουμε μια λέξη που είχε μπόλικες σημασίες, ειδικά για να αποδώσουμε μία την οποία η συγκεκριμένη λέξη δεν την καθιστά σαφή ούτε στον γνώστη τής αρχαίας ελληνικής (ο οποίος δεν έχει κριτήριο να τη διακρίνει από τις υπόλοιπες αρχαίες σημασίες της) ούτε στον μέσο Έλληνα (καθότι με ανάλογο σκεπτικό σύνθεσης από τα διά και πονώ θα μπορούσε να σημαίνει και διάφορα άλλα πράγματα). Έχουμε παραδομένη ήδη από την αρχαία τη λέξη προγυμνάζω η οποία ανταποκρίνεται πλήρως και αμφιμονοσήμαντα με το μεταβ. ρ. coach τής αγγλικής, και η σημασία της (σύμφωνα με το ΛΝΕΓ) είναι:  «προετοιμάζω κάποιον για την επίτευξη στόχου». Μπορεί σε κάποια φάση να χρησιμοποιήθηκε και πιο ειδικά, για το σχολείο, αλλά άλλωστε έτσι ακριβώς ξεκίνησε την πορεία του και το coach. Όμως το διαπονώ από την άλλη, χρησιμοποιήθηκε για τόσα άλλα (ενίοτε κακόσημα) πράγματα! Και το προγυμνάζω, όπως ακριβώς και το coach, μπορεί να σταθεί και για την αθλητική προετοιμασία και άσκηση — απλώς εμείς έτυχε να έχουμε και το προπονώ το οποίο, ήδη από την ελληνιστική εποχή, είχε στενέψει σημασιακά και συνδέθηκε συγκεκριμένα με την επίπονη αθλητική προετοιμασία και τη σωματική εκγύμναση.

Κοιτάξτε, αντιλαμβάνομαι την αγωνία των ανθρώπων τού coaching: Καταπιάνονται με σοβαρή, συγκροτημένη και επιστημονική προσέγγιση με ένα πεδίο, και οι συνδηλώσεις που φέρνει στον νου το coach είναι οι μεταμεσονύχτιες εκπομπές τού Γεωργίου. Ωστόσο το να μην λέμε κόουτσινγκ (που το λέει όλη η αγορά) για να μην μας παραλληλίζουν με τον Αλέφα (αν και δέχομαι ότι ορολογικώς δεν είναι κατάλληλος ο όρος), να μην λέμε προπόνηση για να μην περιμένουν να μας δουν να εμφανιζόμαστε με αθλητική φόρμα, να μην λέμε ούτε καν προγύμναση γιατί είναι μπανάλ, και τελικά να πάμε να επιβάλουμε τη διαπόνηση φορώντας σε μια απλή αγγλική λέξη ένα λεκτικό φράκο ευπρεπισμού και αδιαφανούς αρχαιοπρέπειας (λες και οι άλλοι δύο ελληνικοί όροι είναι λιγότερο αρχαίοι!) φρονώ ότι δεν αποτελεί την ορθότερη προσέγγιση. Άσε που είναι πολύ ευχερέστερο να προστεθεί / διευρυνθεί η σημασία τής λέξης προγύμναση ώστε να περιλαμβάνει και τον ακριβή ορισμό τού coaching (όταν αυτός συμφωνηθεί…), παρά να επιχειρηθεί να επιβληθεί ο όρος διαπόνηση.

Οι προτάσεις μου:
coach (ρήμα) -> προγυμνάζω
coaching (ενέργεια του ρήματος, γερούνδιο) -> προγύμνασμα
coaching (ουσιαστικό για το αντικείμενο, πεδίο, κλάδο ή τομέα) -> προγύμναση
coach(er) (ουσιαστικό που σημαίνει τον ενεργούντα) -> προγυμναστής
coachee (ουσιαστικό που σημαίνει τον υφιστάμενο την ενέργεια) -> προγυμναζόμενος
International Coach Federation -> Διεθνής Ομοσπονδία Προγυμναστών
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.



Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4060
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts




valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Η θέση μου για την προτεινόμενη απόδοση του όρου coach με το διαπονώ είναι αρνητική για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω. Στην πορεία θα ασχοληθώ και με τα επιμέρους σημεία της σχετικής εισήγησης που τέθηκε υπό την κρίση των μελών της ΕΛΕΤΟ, με αριθμό 5, και στο τέλος θα καταθέσω και τη δική μου πρόταση.
...
...
Σάκη,

Καταρχήν, ευχαριστώ για την συμμετοχή!

Με την εξαιρετικά λεπτομερή ανάλυση που παρέθεσες (με πληροφορίες και απόψεις σου και την ολοκληρωμένη πρότασή σου) έδωσες την ώθηση να ξεκινήσει ουσιαστικά η συζήτηση για το θέμα!

Ασφαλώς, από την αρχή δόθηκε η δυνατότητα στα μέλη της ΕΛΕΤΟ, να κάνουν και άλλες προτάσεις. Έχω λάβει και άλλες προτάσεις από άλλα μέλη που δεν έχουν εγγραφεί στο ELETO Forum. Για λόγους ίσης μεταχείρισης θα καταχωρίσω εγώ, παρακάτω, αυτές τις προτάσεις τους, για να συνεξεταστούν.

Μη βιαστούν, όμως, τα μέλη να σχηματίσουν «οριστική γνώμη» πριν ολοκληρωθεί η συγκέντρωση και κυρίως η συζήτηση όλων των προτάσεων :-)


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Πρόταση της καθηγήτριας ΑΠΘ  (μέλους της ΕΛΕΤΟ) Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (που «υιοθετεί πρόταση του καθ. Χ. Π. Συμεωνίδη, με την οποία συμφωνεί»):
«μέντωρ/μέντορας. Ρήμα νεολογικό: μεντορώ ή καλύτερα μεντορίζω. ο επωφελούμενος από τις συμβουλές του μέντορα: μεντοριζόμενος»

Για λόγους άμεσης σύγκρισης παρουσιάζω παρακάτω την πρόταση με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έχουν παρουσιαστεί οι προηγούμενες:

Η πρόταση:

coach (ρήμα) -> μεντορίζω, μεντορώ
coaching (ενέργεια του ρήματος, γερούνδιο) -> μεντορισμός
coaching (ουσιαστικό για το αντικείμενο, πεδίο, κλάδο ή τομέα) -> μεντορισμός
coach(er) (ουσιαστικό που σημαίνει τον ενεργούντα) -> μέντωρ / μέντορας
coachee (ουσιαστικό που σημαίνει τον υφιστάμενο την ενέργεια) -> μεντοριζόμενος
International Coach Federation -> Διεθνής Ομοσπονδία Μεντόρων ή Διεθνής Ομοσπονδία Μεντορισμού



valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Πρόταση της μεταφράστριας (μέλους της ΕΛΕΤΟ) Κατερίνας Σπυροπούλου :

coach (ρήμα) -> καθοδηγώ
coaching (ενέργεια του ρήματος, γερούνδιο) -> καθοδήγηση
coaching (ουσιαστικό για το αντικείμενο, πεδίο, κλάδο ή τομέα) -> καθοδηγητική
coach(er) (ουσιαστικό που σημαίνει τον ενεργούντα) -> καθοδηγητής
coachee (ουσιαστικό που σημαίνει τον υφιστάμενο την ενέργεια) -> καθοδηγούμενος
International Coach Federation -> Διεθνής Ομοσπονδία Καθοδηγητών ή Διεθνής Ομοσπονία Καθοδηγητικής


Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1338
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Κώστα, πώς θα γνωρίζουμε ότι έχει ολοκληρωθεί η κατάθεση και των υπόλοιπων προτάσεων, ώστε να τοποθετηθούμε συνολικά;
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>

Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1338
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Έξοχα, Κώστα. :)

Για την πρόταση coach = μεντορίζω, μεντορώ σημειώνω ότι αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι οι όροι coach και mentor είναι απόλυτα συνώνυμοι (καθότι, εάν δεν θεωρούνται ως τέτοιοι, τότε πώς θα αποδώσουμε το ρ. mentor;). Αυτό προσκρούει στην τοποθέτηση μέρους των ειδικών τού πεδίου, όπως ανέλυσα παραπάνω. Για το παραγωγικό τέρμα τού ρήματος (-ίζω ή -ώ), και δεδομένου ότι η λέξη μέντωρ είναι ήδη ελληνική (και μάλιστα αρχαία), φρονώ πως πρέπει να εξετάσουμε ανάλογες περιπτώσεις (π.χ. το πράκτωρ δίνει μεταβ. ρ. πρακτορεύω, καθώς επίσης έχουμε και το ρητορεύω από το ρήτωρ — τα υπόλοιπα σε -τορας είναι εκείνα παράγωγα ρημάτων, οπότε δεν έχει νόημα να τα εξετάσουμε, καθώς εδώ το ρήμα δεν προϋπάρχει). Επίσης σπονσοράρω από το σπόνσορας, πιθανόν υπό την επίδραση και άλλων ζευγών -άρω / -ορας, στα οποία όμως οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το ρήμα σχηματίζεται υποχωρητικά: σπεκουλάτορας -> σπεκουλάρω. Πάντως δεν βρίσκω κανένα παράγωγο σε -ίζω ή -ώ. Επομένως θεωρώ φυσιολογικότερο τον σχηματισμό μεντορεύω.

Για την πρόταση coach = καθοδηγώ θεωρώ ότι διασφαλίζει καλύτερη αντιστρεψιμότητα εάν αποδίδει το μεταβ. ρ. guide.
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.



valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Εκτός από τα διαπονώ - διαπονητής που δεν έχουν ορισμό στα σύγχρονα λεξικά γιατί δεν χρησιμοποιούνται σήμερα και, επομένως, δεν συγχέονται με οποιαδήποτε σύγχρονη έννοια, για να έχουμε υπόψη ποιες σύγχρονες έννοιες «εμπλέκονται στη συζήτηση»:

μεταφέρω τους ορισμούς από το ΛΚΝ (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής - Τριανταφυλλίδη):

προγυμνάζω [projimnázo] -ομαι P2.1 : (παρωχ.) προετοιμάζω μαθητή για εξετάσεις (με ιδιαίτερα μαθήματα ή με φροντιστήριο). [λόγ. < αρχ. προγυμνάζω `ασκώ από πριν΄]

προγυμναστής ο [projimnastís] O7 θηλ. προγυμνάστρια [projimnástria] O27 : (παρωχ.) εκπαιδευτικός που προετοιμάζει μαθητή για εξετάσεις. [λόγ. < ελνστ. προγυμναστής `προπονητής΄ κατά τη σημ. του προγυμνά ζω· λόγ. προγυμνασ(τής) -τρια]


μέντορας ο [méndoras] O5 : χαρακτηρισμός για συνετό σύμβουλο και φίλο. [λόγ. < αρχ. Μέντωρ, -ορα (σύμβουλος του Τηλέμαχου στην Οδύσσεια)]


καθοδηγώ [kaθoδiγó] -ούμαι P10.9 : 1. βοηθώ κπ. να φτάσει στον προορισμό του, δίνοντάς του τις κατάλληλες πληροφορίες για το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει: Δεν μπόρεσα να βρω το σπίτι του, γιατί δε με καθοδήγησε σωστά. Oι γεωγραφικοί / τουριστικοί χάρτες καθοδηγούν τους ταξιδιώτες / τους επισκέπτες των πόλεων. 2. (μτφ.) με υποδείξεις και με συμβουλές βοηθώ κπ. να ενεργήσει με το σωστό, κατά τη γνώμη μου, τρόπο: Oι καθηγητές του τον καθοδήγησαν στις σπουδές του. Δεν καθοδήγησε σωστά τα παιδιά της και απέτυχαν στη ζωή τους. Άρχισαν τη δράση καθοδηγούμενοι από την κομματική οργάνωση. Kαθοδηγημένος από το ένστικτό του κατόρθωσε να επιζήσει. O Θεός ας καθοδηγεί τα βήματά μας. [λόγ. < ελνστ. καθοδηγῶ]

καθοδηγητής ο [kaθoδijitís] O7 θηλ. καθοδηγήτρια [kaθoδijítria] O27 : αυτός που καθοδηγεί κπ. α. Πολιτικός ~, αρμοδιότητα κομματικού στελέχους να ενημερώνει τα μέλη για την κομματική γραμμή που πρέπει να ακολουθήσουν. β. αυτός που δίνει σε κπ. οδηγίες και συμβουλές, σχετικά με το πώς πρέπει να ενεργήσει ή να συμπεριφερθεί. || (μειωτ., στο αρσ.) αυτός που επηρεάζει και παρασύρει κπ. σε ενέργειες που κρίνονται ως εσφαλμένες: Eίχε βλέπεις τον καθοδηγητή, τη φίλη της, που την έκανε να διαλύσει το σπίτι της. [λόγ. καθοδηγη- (καθοδηγώ) -τής· λόγ. καθοδη γη(τής) -τρια]


Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1338
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Και επειδή το ΛΚΝ δεν είναι το μόνο σύγχρονο λεξικό, και για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις, αντιγράφω από το ΛΝΕΓ (2006):

προγυμνάζω ρ. μετβ. [αρχ.] [προγύνμασ-α, -τηκα (λογιότ.) -θηκα), -μένος] (λόγ.) 1. γυμνάζω, ασκώ (κάποιον) προκαταρκτικώς ΣΥΝ. προασκώ 2. (γενικότ.) προετοιμάζω (κάποιον) για την επίτευξη στόχου· κυρ. παραδίδω μαθήματα σε μαθητή ή υποψήφιο, ώστε να τον προετοιμάσω για εξετάσεις ΣΥΝ. προπαρασκευάζω. — προγύμναση (η) [1851] κ. προγύμνασμα (το) [αρχ.].

προγυμναστής (ο) [μτγν.], προγυμνάστρια (η) [προγυμναστριών] 1. το πρόσωπο που έχει ως έργο του να προγυμνάζει 2. (ειδικότ.) ο εκπαιδευτικός που προετοιμάζει μαθητές για τις εξετάσεις, παραδίδοντάς τους ιδιαίτερα μαθήματα κατ' οίκον.


Επίσης από το ΝΕΛ (Κριαράς, 1995):
προγυμνάζω, ρ. 1. γυμνάζω κάποιον προκαταρκτικά 2. (γενικά) γυμνάζω, ασκώ 3. (ειδικά) διδάσκω μαθητή στο σπίτι του, τον προετομάζω (για εξετάσεις) παραδίνοντάς του ιδιαίτερα μαθήματα.
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Ασφαλώς, όσο περισσότερα λεξικά κοιτάξουμε τόσο καλύτερα! Προσθέτω και από το ΜΕΛ τους σχετικούς ορισμούς:


προγυμνάζω ρ.  (προγύμν-ασα, -άστηκα, -ασμένος) γυμνάζω προκαταρκτικά | (γεν.) γυμνάζω, ασκώ | (ειδ.) προετοιμάζω μαθητή για εξετάσεις

προγυμναστής (ο) ουσ. θηλ. προγυμνάστρια  αυτός που προγυμνάζει | δάσκαλος που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα, προετοιμάζοντας μαθητές για εξετάσεις

μέντορας (ο) ουσ.  (μτφ.) συνετός φίλος και σύμβουλος

καθοδηγώ   -είς, -εί ρ.  (καθοδήγησα, καθοδηγημένος) οδηγώ κάποιον, του δείχνω το δρόμο | (μτφ.) υποδεικνύω την κατευθυντήρια γραμμή, κατευθύνω τις ενέργειες, το έργο κάποιου

καθοδήγηση (η) ουσ.  (Κ καθοδήγησις, -εως) σαφής υπόδειξη σχετικά με την τήρηση ορισμένης στάσεως ή την ανάληψη έργου




 

Search Tools