Author Topic: Θανάσης Γεωργιάδης  (Read 4796 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67235
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Θανάσης Γεωργιάδης
« on: 26 Oct, 2006, 23:14:19 »
Θανάσης Γεωργιάδης

Πεζογραφήματα δημοσιευμένα στο Translatum:




Στο Translatum έχουν δημοσιευτεί και ποιήματα του Θανάση Γεωργιάδη.
« Last Edit: 19 May, 2013, 13:24:46 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67235
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Το βιβλίο του Ιορδάνη Γαβρά


Έγραψα τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του Ιορδάνη Γαβρά, γιου του Θεοδώρου, στα 1975, Οκτώβριο μήνα, πασκίζοντας να αποδώσω τον λόγο του, όπως ακριβώς τον διατύπωνε...
Δούλευα μαζί του καθημερινά επί είκοσι ημέρες, από το πρωί ως το μεσημέρι, κι ύστερα πάλι, το απόγευμα, καταγινόμασταν με αυτά που έρχονταν στο νου του∙ όσα προσπαθούσε να βάλει στη σειρά για την πολλαπλή προσφυγιά της οικογένειάς του, τον πόλεμο του '40, την κατοχή, τον εμφύλιο και τα μετέπειτα, ως το '58...
Σας παραδίνω ως απλός καταγραφέας τα λόγια του. Τίποτε περισσότερο.


Η παρακαταθήκη μνήμης ενός έντιμου πατριώτη και άδολου αγωνιστή στα πεδία του πολέμου και του βίου, χωρικού δεμένου με τη γη, μετασχηματίζεται σε κιβωτό της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Τα έργα και οι ημέρες των ανθρώπων στην ελληνική ύπαιθρο, η ταπεινότητα και το μεγαλείο που κρύβουν αυτά, αφηγημένα με λόγο πηγαίαο, γνήσιο, λαϊκό. Στην άλλη πλευρά του καθρέφτη, η μικρότητα των πολιτικών, η ματαιότητα του κερδισμένου με αίμα πλούτου, η διαρκής ύβρις των ματαιόδοξων απέναντι στην απρόσβλητη πάντοτε φύση.

Αυτά αναφέρει ο Θανάσης Γεωργιάδης στο οπισθόφυλλο για «Το βιβλίο του Ιορδάνη Γαβρά» (Εκδόσεις «Σύγχρονοι ορίζοντες», 2001). Την εξαιρετική σχεδίαση του εξωφύλλου έκανε ο Στέλιος Ψευτογκάς.


Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα ενός από τα ομορφότερα νεοελληνικά κείμενα που έχω διαβάσει.

Αν αναρωτιέστε ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Ιορδάνης Γαβράς... όχι, δεν έγινε ποτέ παράθυρο στις ειδήσεις, δεν γράψανε για κείνον οι εφημερίδες. Αναζητήστε τον - ανοίξτε τα μάτια της καρδιάς σας διάπλατα, αφουγκραστήτε τον διπλανό σας, δείτε μ' άλλο βλέμμα τις γειτονιές του κόσμου, ψηλαφίστε τον εαυτό σας... ναι, ο Ιορδάνης Γαβράς μπορεί και να 'στε εσείς. Ο Ιορδάνης Γαβράς είναι όποιος είχε τα κότσια να ζήσει στον πραγματικό κόσμο, στην πραγματική Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, χωρίς ακροβασίες, χωρίς μετέωρα βήματα, χωρίς αναστολές - με μοναδικό όπλο την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους.

Η μορφοποίηση του κειμένου είναι ακριβώς όπως και στο βιβλίο (εκτός από το χρώμα, βέβαια):

ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ μετά τον γάμο τους, η μάνα έπεσε άρρωστη. Ασήκωτα.
Δεν είχε τίποτε μπροστύτερα.
Νομίζω πως πέθανε από έλλειψη ενδιαφέροντος για τη ζωή.
Κι αυτό φαινόταν στα μάτια της, που ήταν σβησμένα πια.
Έφυγε πενηνταενός ετών, μια βροχερή μέρα του Σεπτεμβρίου. Παραμονή του Σταυρού.
Ο θάνατός της μάζεψε όλο το χωριό στο σπίτι.
Την έκλαψε μια φίλη της, Μαρία, σαν κι εκείνην λεγάμενη, των Δημητράντων, από την πόλη Οινόη του Πόντου, που οι Τούρκοι σήμερα τη λένε Ούνια∙

Τι είδες και τι ζήλεψες, τι είδες κι επλανήθης;
Μην είδες ουρανό στην γη, μην είδες φως στον Άδη,
μην είδες το ξημέρωμα στης φυλακής την πόρτα;
Και μούδε ουρανό στην γη και μούδε φως στον Άδη
και μούδε το ξημέρωμα στης φυλακής την πόρτα.
Εδώ η νύχτα νύχτα είναι κι η μέρα πάλι νύχτα.
Εδώ κοκόρι δε λαλεί, ποτές δεν ξημερώνει.
Τραβάει η μούχλα το νερό και το νερό τη μούχλα
και σέπεται το σάβανο μ' και κόβεται το ράμμα
και πέφτουν τα ματόφρυδα, τα φύλλα του προσώπου,
και πέφτουνε οι μπούκλες μου πάνω στις ωμοπλάτες.


Τραγουδούσε κι έσφιγγε ένα μαντήλι μαύρο στο χέρι της. Τραγουδούσε κι έκλαιγε∙ τα δάκρυά της κατέβαιναν χοντρά, σαν χαλάζια μαγιάτικα, στα μάγουλα. Έκλαιγε κι η θεία μου, η Ελένη η Γαβράβα, που πήρε έπειτα τη σειρά και της τραγούδησε:
Στον Άδη εσύ δεν έπρεπες, στον Άδη τι έργο είχες;
Στον Άδη πρέπουν γέροντοι και ταλαιπωρημένοι...

Κι ύστερα ο μπαρμπα-Γιάννης ο Φωστηρόπουλος πήρε να διαβάζει το Ψαλτήρι. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου. Κι οι στάξες της βροχής να χτυπάνε πότε απαλά πότε άγρια πάνω στις λαμαρίνες της στέγης ασταμάτητα.
Η βροχή έκοψε μόνο το πρωί, λίγο πριν την κουβαλήσουμε στο νεκροταφείο. Μόλις τότε.
Ξανάπιασε το βράδυ ολόκληρο, όμως, κι εγώ να τη φαντάζομαι να βρέχεται, εκεί μες στο χώμα, να μουλιάζει στα σκοτεινά, αναμετάξυ στα σκουλήκια και τ' άλλα ζούδια όσα μένουν στα χώματα, ανάμεσα σ' εμάς και τον κάτω κόσμο.
Αυτή η φαντασία ακόμη με κυνηγάει κάποιες ανήσυχες νύχτες.

Την άνοιξη, μαζί με την Αντρόνη και την Ελπινίκη πήγαμε και φυτέψαμε πάνω στον τάφο της λουλούδια. Έπιασαν όλα τους μονομιάς κι άνθησαν.
Ένα πρωί που πήγα ν' ανάψω το καντήλι της, με ζάλισαν τα χρώματά τους. Τα πόδια μου είχαν μουσκέψει ως το γόνατο απ' τη δροσιά της νύχτας.

Δεν ξέρεις τι ήταν τα λουλούδια εκείνο τον καιρό, στο χωριό.
Να θερίζεις με το δρεπάνι κι ανάμεσα στα κομμένα στάχυα, στην καλαμιά, να βλέπεις πλήθος τους αγριοπανσέδες. Όσοι και το στάρι σχεδόν.
Ή λίγο νωρίτερα από τον θέρο, να κυματίζουν μέσα του οι αγριόκρινοι. Αυτούς τούς έβλεπες κι ανάμεσα στα πουρνάρια, κίτρινους και γαλανούς και μαβιούς. Μικρότερους όμως.





Η ΜΗΤΕΡΑ μου είναι λουλούδια πια, είναι πρωινή δροσιά.





ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ μέρα του Πάσχα (ο Σάββας έλειπε στης Σοφίας) η Αντρόνη, η Ελπινίκη κι εγώ πήραμε τον δρόμο, πήγαμε στο νεκροταφείο, κάναμε τα Γαλιλαία. Απλώσαμε στον τάφο της απάνω ένα μεγάλο μαντήλι και φάγαμε παρέα μαζί της ό,τι είχαμε. Κρέας αυγά κόκκινα και τυρί. Φεύγοντας έσταξα πάνω στον τάφο ρακή από 'να ποτήρι.
«Καλή Ανάσταση και καλή αντάμωση, μάνα», είπα.