Author Topic: Ο σκεπαρνοσκοτωμένος  (Read 731 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 658394
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Ο σκεπαρνοσκοτωμένος
« on: 13 Sep, 2018, 09:54:24 »
(Με αφορμή αυτό: Ξέρουμε πού μένεις, Θανάση Χειμωνά - ΤΑ ΝΕΑ)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια. Ο πατέρας,  η μάνα, ο γιος και η κόρη. Μια μέρα, την ώρα που ετοιμάζονταν να φάνε για μεσημέρι, είπε ο πατέρας στην κόρη.

«Σύρε, θυγατέρα, στο κελάρι να πιάσεις λίγο κρασί από το βαρέλι».

Η κοπέλα πήρε την κανάτα, κατέβηκε στο κελάρι,  την έβαλε κάτω από την κάνουλα, την άνοιξε κι άρχισε να γεμίζει. Ενόσω περίμενε, περιέφερε τη ματιά της γύρω στο κελάρι. Ξαφνικά είδε ένα σκεπάρνι καρφωμένο σ’ ένα από τα δοκάρια της οροφής, γούρλωσε τα μάτια κι έβαλε κλάματα γοερά.

 Την άκουσε  η μάνα της και κατέβηκε στο κελάρι τρομαγμένη να δει τι έπαθε.

 «Τι έχεις, θυγατέρα», τη ρώτησε, «και θρηνείς;»

Η κοπέλα της έδειξε το σκεπάρνι και είπε μέσα στα αναφιλητά της «Μάνα μου καταστράφηκα... δες το σκεπάρνι... έτοιμο να πέσει είναι... Κι αν παντρευτώ; Κι αν κάνω γιο; Και γίνει πανώριο παλικάρι; Και κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί; Και πέσει το σκεπάρνι και τονε σκοτώσει; Πάει το παλικάρι μου, πάει... μάνα μου, καταστράφηκα...»

Άρχισε η μάνα να μαδάει τα μαλλιά της και να σκούζει «πάει το παλικάρι μας, πάει...»

Ο πατέρας, που έβλεπε τις γυναίκες να αργοπορούν, κατέβηκε κι αυτός στο κελάρι αγριεμένος και τις είδε να θρηνούν αγκαλιασμένες ενώ το κρασί είχε ξεχειλίσει στην κανάτα και χύνονταν στο χωμάτινο πάτωμα του κελαριού. Πριν προλάβει να ρωτήσει, του δείχνει η κυρά του το σκεπάρνι και του λέει για τον εγγονό... το παλικάρι... τον σκεπαρνοσκοτωμένο.

«Ωιμέ», άρχισε ο κύρης να χτυπάει με γροθιές το στήθος του «πάει ο εγγονός μου ο λεβέντης... πάει...»

Ο γιος, ανήσυχος που όλη του η οικογένεια δεν έλεγε να ανέβει από το κελάρι, αποφάσισε να πάει να δει τι συμβαίνει. Τους βρήκε όλους αγκαλιασμένους να κλαίνε και να οδύρονται ενώ κάθε τόσο έριχναν κλεφτές ματιές στο φονικό σκεπάρνι. Τρέχει, κλείνει την κάνουλα να σώσει όσο κρασί είχε περισσέψει, και ρωτάει ανήσυχος «τι πάθατε σεις και χτυπιέστε;»

Ανέλαβε ο πατέρας να του πει τα θλιβερά μαντάτα... ότι αν παντρευτεί η αδελφή του... κι αν κάνει γιο... κι αν γίνει τρανό παλικάρι... κι αν κατέβει στο κελάρι να πιάσει κρασί... κι αν πέσει το σκεπάρνι και τον σκοτώσει...

«Γιόκα μου...» έσυρε φωνή τρανή η μάνα του, «πάει ο ανιψιός σου... πάει το παλικάρι μας...  το σκεπαρνοσκοτωμένο...»

Ο γιος δεν πίστευε στ’ αυτιά του...

Τους κοίταξε έναν έναν με μάτια γεμάτα έκπληξη κι αποδοκιμασία, πήγε στο σκεπάρνι, άπλωσε το χέρι, το κατέβασε από το δοκάρι και το ακούμπησε σε μια γωνιά ενώ οι υπόλοιποι τον παρακολουθούσαν με το στόμα ανοιχτό – δεν πίστευαν ότι, τόσο εύκολα κι απλά, είχε γλιτώσει από βέβαιο θάνατο ο γιος κι εγγονός τους ο μελλούμενος... ο σκεπαρνοσκοτωμένος...»
Βερόη-Veroi
« Last Edit: 13 Sep, 2018, 12:32:02 by wings »