Author Topic: 39 καφενεία κι ένα κουρείο, Φωτογραφίες της Τζέλης Χατζηδημητρίου  (Read 11457 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Η Τζέλη Χατζηδημητρίου γεννήθηκε το 1962 στη Μυτιλήνη. Μετά την αποφοίτησή της από τη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης σπούδασε κινηματογράφο στη Ρώμη. Από το 1988 δουλεύει στην Ελλάδα ως φωτογράφος. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Ελλάδα και έχει κάνει δύο ατομικές εκθέσεις στην Πάδοβα και στη Βενετία της Ιταλίας. Το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο της Το άγιο νερό: Ιαματικές πηγές της Λέσβου.

Το 2001 και ενόσω ζούσα στη Μυτιλήνη, κυριολεκτικά σκόνταψα πάνω στο βιβλίο του τίτλου του νήματός μας. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή δημιουργία από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, όπου εκτός από τις υπέροχες φωτογραφίες παλιών καφενείων περιλαμβάνονται κείμενα που έχουν γράψει οι: Αλέκος Φασιανός, Γιώργος Χρονάς, Γιώργος Νικολακάκης, Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, Θανάσης Παρασκευαΐδης, Φωτεινή Φραγκούλη. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο Σε όσους γνώρισαν κι αγάπησαν τη Λέσβο. Όλα τα κείμενα είναι μεταφρασμένα και στα αγγλικά.

Μια και ανήκω στους τυχερούς που γνώρισαν κι αγάπησαν τη Λέσβο, μπορώ να μοιραστώ μαζί σας κάποιες εικόνες της. Απολαύστε ένα γλυκύτατο κείμενο της Φωτεινής Φραγκούλη από το βιβλίο αυτό που ξεχειλίζει τρυφερότητα, χρώματα, αρώματα και θύμησες. Με την πρώτη ευκαιρία θα σας δώσω και τη μετάφρασή του στα αγγλικά.

Η ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΧΕΣΗ με τον παππού μου άνοιξε το δρόμο μιας ιδιαίτερης αγάπης για τα καφενεία. Το χωριό μου τότε είχε πολλά και ωραία καφενεία.
«Άντε να πάμε στον καφενέ», έλεγε ο παππούς και μου έκλεινε πονηρά το μάτι. Συχνά με έπαιρνε μαζί του και μου έδινε τα λουκούμια όταν κέρδιζε τους φίλους του στην πρέφα. «Πάμε στον λουκουμέ», έλεγα εγώ από μέσα μου και γελούσα και χαιρόμουνα με το αστείο μου σαν την παροιμία που λέει «Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει».
Για μένα λοιπόν τα καφενεία του χωριού μου ήταν μεγάλα λουκούμια με παράθυρα που είχαν θέα προς τη θάλασσα και ωραία μαρμάρινα τραπέζια.
Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας, και άλλα ήταν κεχριμπαρένια και μοσχοβολούσαν μέλι και κερί.
Όμως όλα τα λουκούμια-καφενεία μύριζαν στο βάθος τους καφέ και ούζο και γαρίδες με ντομάτα.

Στον Μόλυβο δεν έχει πια ούτε ένα καφενείο. Όταν τα βράδια του καλοκαιριού μαζεύουν την τουριστική πραμάτεια και κλείνει η αγορά, βγαίνω απ' το παραθυράκι του μυαλού μου και φέρνω ένα χειμώνα όλο γούστο.
Η μάνα μου μόλις σιδέρωσε τις πετσέτες του μαγαζιού μας κι εγώ τις παίρνω ζεστές-ζεστές και τις πηγαίνω στο κουρείο του πατέρα μου.
Τα χέρια του μυρίζουν κολόνια, τα μάτια του στολίζουν την αγορά. Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό με τα παλιά καρυδένια έπιπλα και τους μεγάλους καθρέφτες. Μέσα τους βλέπω το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα. Τον Αριστείδη, τον γιατρό των παπουτσιών, να γιατροπορεύει τις σόλες και τα τακουνάκια. Τον θείο Γιώργο να δροσίζει με νερό και γέλιο τρανταχτό τα ζαρζαβατικά του Ευτύχιου.
Τότε με κατακλύζει μια μυρωδιά από κολόνια, καφέ και αθερίνα τηγανητή. Τα κουκουλώνει όλα γλυκά, αθόρυβα.
Μέσα στη νύχτα και τη μυρωδιά ξεφυτρώνουν και πάλι τα λουκούμια-καφενεία μου. Καθαρίζω την άχνη τους και αναγνωρίζω τα μαρμάρινα τραπέζια, τα ποτηράκια του ούζου, τα μικρά κανονάκια του κονιάκ, τα πιατέλια με τους μεζέδες και τα ψωμάκια αντίδωρα.
Βλέπω τα κίτρινα δάχτυλα των ανδρικών χεριών, τα πλακέ πακέτα των τσιγάρων, τα πανωφόρια τους που «μοσχοβρομάνε» στις κρεμάστρες.
Ακούω τους χτύπους των χεριών στο χαρτοπαίγνιο, τις ζαριές και τις μουσικές παρηγοριές απ' το τζουκμπόξ...
Εξαίρεση οι Κυριακές με τις γυναίκες, περιποιημένες, αρωματισμένες, με κόκκινα κραγιόν και άσπρα κολιεδάκια, σε οικογενειακές εξόδους, υποβρύχιες γλυκές κοινωνίες βανίλιας μέσα στα λουκούμια-καφενεία μου.
Γλείφω την άχνη απ' τα χείλη μου. Σκουπίζω και τα υπολείμματα που έπεσαν στο γαλάζιο φουστανάκι μου.
Τα φώτα στους δρόμους χαμηλώνουν. Δώδεκα, μεσάνυχτα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι. Είναι αργά.
Παίρνω βιαστικά άχνη από το χάρτινο κουτί των λουκουμιών, ρίχνω μπόλικη στα τζάμια, στις πόρτες, στα παράθυρα, στα κεραμίδια, στους πέτρινους τοίχους, να τα κρύψω, να τα κρύψω τα λουκούμια-καφενεία μου. Να μην τα δει κανείς. Κανείς να μη μου τα πάρει.

Φωτεινή Φραγκούλη


Tess

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 145
  • Gender: Female
Πού το βρήκες αυτό το αριστούργημα;
Δεν το διαβάζεις απλώς…το αισθάνεσαι κιόλας! Μυρίζεις το άρωμα στις λέξεις, γεύεσαι τα λουκούμια (θείε, μην διανοηθείς να το σχολιάσεις αυτό!), αγγίζεις τις πετσέτες, ακούς τους ήχους και τα βλέπεις όλα αυτά μπροστά στα μάτια σου. Σε ταξιδεύει σε άλλες εποχές.
Έχεις κι άλλους κρυμμένους θησαυρούς να μοιραστείς μαζί μας;;;

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ακόμα δεν ανοίξαμε το κασελάκι με τα τζοβαΐρια, Τεσσούλα.:-))) Κρυφοκοιτάμε από την κλειδωνιά του μονάχα.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Και το ίδιο κείμενο στα αγγλικά:

IT WAS THROUGH MY GRANDFATHER, whom I dearly loved, that I developed a special fondness for coffee houses. Back then my village had many lovely coffee houses.
"Let's go to the coffee house", my grandfather would often tell me with a mischievous wink. So along I went, and he gave me the loukoumi sweets he won after he beat his friends at whist. "Yes, let's go to the loukoumi house", I would often say to myself, pleased at my own joke.
So for me the village's coffee houses were huge loukoumia, with windows opening to the sea and lovely marble tables.
Some coffee houses had the flavour of roses, some the flavour of green peppermint, while others were amber-coloured and had the fragrance of honey and honeycomb.
But deep down all the loukoumi houses had a smell of coffee and ouzo, and of shrimps with tomatoes.


There are no more coffee houses in Molyvos. On summer nights, when the shopkeepers gather in their display of tourist souvenirs and the market closes down, I peer out of my mind's window and see a lovely winter day.
My mother has just finished ironing the towels for our shop and I am carrying them, steaming hot, to my father's barber's shop. His hands smell of eau de cologne, and his eyes twinkle like beacons in the market. Our shop is clean, fragrant and genteel, a warm space with its walnut furniture and big mirrors. These mirrors reflect the harbour, the fishing boats, the sunset. They also reflect Aristides, the shoe doctor, who lovingly repairs soles and heels. And Uncle George, merrrily watering Eftichios's vegetable garden.
Then I am swamped by an odour of eau de cologne, coffee and fried small fry. Sweetly, noiselessly, the odour shuts out everything else.
Enveloped by this odour, my loukoumi houses come alive again in the darkness. I dust away their coating of fine sugar and reveal the marble table tops, the tiny ouzo glasses, the small brandy balloons, the dishes with the mezedes and the little square chunks of bread.
I can see the yellowed fingers on the men's hands, the flat cigarette packets, their coats hanging on the coat rack.
I can hear them banging their cards against the table, throwing the dice. In the background I can heare the comforting sounds of the jukebox...
Sundays are different. The coffee houses are visited by women in their Sunday best, perfumed, wearing red lipstick and pearl necklaces, accompanying their husbands and children. Sweet vanilla social gatherings in my loukoumi houses.
I lick the fine sugar off my lips. I dust away the small white specks off my pale blue dress.
The lights in the streets get dimmer. I must go home. It's late.
I hurriedly take a pinch of sugar from the loukoumi box and sprinkle it generously over the window panes, the doors, the roof tiles, the stone walls. I want to cover them up, my loukoumi houses. So that no one can see them, no one can take them away from me.

Fotini Frangouli
« Last Edit: 30 Oct, 2006, 00:35:31 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Ναργιλέδες και καφέδες
και γλυκά του κουταλιού
του παλιού του καφενείου
λεβεντιάς του λιμανιού.

Το 'να πόδι πάνω στ' άλλο
τάβλι πρέφα και καφέ
πάνε τα φαρμάκια κάτω
φέρνει ο πόνος τη χαρά.

Ένα ούζο από μένα
στον Νικόλα τον ψαρά
στον Θανάση τον ψημένο
με αλμύρα και ψαριά.


ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ



COFFEE HOUSE


Nargilehs and coffee
and teaspoon jams
of the old cafe
pride of the harbour.

Legs crossed
backgammon prefa and coffee
all the bitterness goes down
pain brings joy.

An ouzo from me
to Nicolas the fisherman
to Thanassis matured
in saltiness and fish.


ALECOS FASSIANOS



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Και μια εικόνα από τη Λέσβο μέσα από το φακό της Τζέλης Χατζηδημητρίου προσφέρει το τεύχος Νοεμβρίου του ηλεκτρονικού περιοδικού Ηριδανός στη σελίδα:

http://www.hridanos.gr/volume08/travel/