scissorbill -> ρύγχωψ, ασυνδικάλιστος εργαζόμενος, άχρηστο κορμί, βλαχαδερό, αμερικανικός κάπρος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812619
    • Gender:Male
  • point d’amour
scissorbill -> ρύγχωψ, ασυνδικάλιστος εργαζόμενος, άχρηστο κορμί, βλαχαδερό,  αμερικανικός κάπρος
https://en.wiktionary.org/wiki/scissorbill


 

Search Tools