Author Topic: Thomas Gray -> Τόμας Γκρέι  (Read 284 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 406391
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Thomas Gray -> Τόμας Γκρέι
« on: 16 Sep, 2018, 17:50:41 »


Thomas Gray (26 December 1716 – 30 July 1771) was an English poet, letter-writer, classical scholar, and professor at Pembroke College, Cambridge. He is widely known for his Elegy Written in a Country Churchyard, published in 1751.

Gray was an extremely self-critical writer who published only 13 poems in his lifetime, despite being extremely popular. He was even offered the position of Poet Laureate in 1757, though he declined.
https://en.wikipedia.org/wiki/Thomas_Gray

On the Death of Richard West
By Thomas Gray, Μεταφράσεις: Αϊναλής, Ζ. Δ

In vain to me the smiling Mornings shine,
And reddening Phœbus lifts his golden fire;
The birds in vain their amorous descant join;
Or cheerful fields resume their green attire;
These ears, alas! for other notes repine,
A different object do these eyes require;
My lonely anguish melts no heart but mine;
And in my breast the imperfect joys expire.
Yet Morning smiles the busy race to cheer,
And new-born pleasure brings to happier men;
The fields to all their wonted tribute bear;
To warm their little loves the birds complain;
I fruitless mourn to him that cannot hear,
And weep the more because I weep in vain


Μάταια για μένα λάμπουνε οι γελαστές αυγές.
Κι υψώνει ο Φοίβος πορφυρός τη χρυσαφιά φωτιά του:
Μάταια συνθέτουν τα πουλιά το ερωτικό τραγούδι τους
Κι οι χαρωποί αγροί φορούν ξανά τα πράσινά τους.
Τ’ αυτιά μου, αλίμονο! άλλες νότες ποθούν
Έν’ άλλο όραμα το βλέμμα μου ζητάει
Αγωνία μοναχική μού σφίγγει την καρδιά
Και η χαρά, κι αυτή μίση στο στήθος ξεψυχάει.
Όμως η αυγή χαμογέλα κι ευφραίνει τούς ανθρώπους
Και αυτούς ευτυχισμένους δίνει νέες χαρές-
Οι αγροί όπως πάντα τούς τιμούν
Και τα πουλάκια πού λαλούν τούς έρωτες θερμαίνουν
Μα εγώ άκαρπος πενθώ· εκείνος δεν ακούει.
Και ακόμη πιο πικρά θρηνώ επειδή θρηνώ μάταια.




In vain to me the smiling Mornings shine,
And reddening Phœbus lifts his golden fire;
The birds in vain their amorous descant join;
Or cheerful fields resume their green attire;
These ears, alas! for other notes repine,
A different object do these eyes require;
My lonely anguish melts no heart but mine;
And in my breast the imperfect joys expire.
Yet Morning smiles the busy race to cheer,
And new-born pleasure brings to happier men;
The fields to all their wonted tribute bear;
To warm their little loves the birds complain;
I fruitless mourn to him that cannot hear,
And weep the more because I weep in vain


Τα γελαστά πρωινά για μένα λάμπουν μάταια,
Κι ο Φοίβος πορφυρός ανάβει τη χρυσή φωτιά:
Το παθητικό τους κάλεσμα τα πουλιά αρχίζουν μάταια,
Μάταια τα χαρούμενα λιβάδια βλασταίνουν καταπράσινα ξανά:
Αυτά τ’ αυτιά, αλίμονο, για άλλες μελωδίες μένουνε κλειστά,
Άλλο είναι αυτό που ποθούν τα μάτια μου να δουν.
Μα μόνο τη δική μου την καρδιά η πίκρα τώρα λιώνει.
Και μες τα στήθια μου βαθιά οι ψεύτικες χαρές μου ξεψυχούν.
Κι όμως το πρωινό χαμογελά, την πολυάσχολη φυλή ξανά χαροποιεί,
Και νεογέννητες ηδονές στους πιο χαρούμενους ανθρώπους ξαναφέρνει.
Και τα λιβάδια σε όλες τις συνηθισμένες τους γιορτές αντέχουν.
Να ζεστάνουν τις μικρές αγκάλες τους τα πετεινά μοχθούν.
Ανέλπιδα θρηνώ για κείνον και σ’ εκείνον που δεν μπορεί ν’ ακούσει,
Και περισσότερο θρηνώ γιατί μονάχος τώρα μάταια θρηνώ.