Author Topic: ακμή -> επίθετο: ακνεϊκό / ακμεϊκό / ακμικό (δέρμα);  (Read 141 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 403207
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
ακνεϊκό / "ακμεϊκό" (δέρμα)

Από τη στιγμή που μιλάμε για ακμή (acne), λογικά ακμεϊκό ("acneic") δεν πρέπει να είναι το δέρμα; Γιατί όμως οι περισσότερες ανευρέσεις είναι για ακνεϊκό και τίποτε για ακμικό που θα ήταν και το πιο λογικό μορφολογικά;

Στην ετυμολογία το μόνο σχετικό που μπορώ να βρω και να υποστηρίζει το -ν είναι:

med (dermatol) comedo, acne (syn άκνη, άνθη or σπυράκια της νεότητας) [fr MG ακμή ← K, AG]
Παράλληλη αναζήτηση


Αν και δεν ξέρω πώς προκύπτει.

[ΕΤΥΜ. αρχ., αρχική σημ. «αιχμή» < I.E. *ak- «οξύς, αιχμηρός», πβ. σανσκρ. âs-ri-h «γωνία, κόψη», λατ. ac-er «οξύς», γαλλ. acide «οξύ» κ.ά. Ομόρρ. άκ-ανθα, άκ-ρος, άκ-τή, άχ-νη κ.ά. Από τη σημ. τής «αιχμής» η λ. ακμή κατέληξε να σημαίνει «το ακρότατο, κρίσιμο σημείο
(μιας ενέργειας)» και, κατ' επέκταση, την κατάλληλη στιγμή, κατά την οποία η ενέργεια βρίσκεται σε πλήρη ωριμότητα και ανάπτυξη. Η αρχ. παροιμία επί ξυρού ακμής (Ομήρ. Ηλ. 174) χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα και από τους κλασικούς συγγραφείς (λ.χ. Ηροδ. 6, 11: Ἐπὶ ξυροῦ γὰρ ἀκμῆς ἔχεται ἡμῖν τὰ πρήγματα (επί ξυρού γαρ ακμής έχεται ημίν τα πρήγματα)].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
« Last Edit: 06 Oct, 2018, 13:03:27 by spiros »