Author Topic: seta cruda -> σετακρούτα, σαντακρούτα, σατακρούτα  (Read 61 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 403077
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
seta cruda -> σετακρούτα, σαντακρούτα, σατακρούτα

σετακρούτα
και σαντακρούτα και σατακρούτα, η, Ν
είδος υφάσματος από ακατέργαστο υποκίτρινο μετάξι που χρησιμοποιείται σε ανδρικά και γυναικεία ενδύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. seta cruda «ωμό, ακατέργαστο μετάξι» (< seta «μετάξι» και crudo «ωμός, ακατέργαστος, σκληρός»)].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας