Οίκος, οικογενής, οικογένεια και άλλα παράγωγα (Γ. Μπαμπινιώτης)

spiros · 1 · 45919

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813089
    • Gender:Male
  • point d’amour
Οίκος, οικογενής και άλλα παράγωγα (Γ. Μπαμπινιώτης)

Θα εστιάσω τον λόγο σε ένα μόνο παράδειγμα γλωσσικής οικογένειας, το παράδειγμα τού (αρχαίου και νέου) οίκος. Ως πρώτο συνθετικό το οίκος έδωσε το αρχαίο οικογενής, «ο γεννημένος και αναθρεμμένος σε συγκεκριμένο οίκο», απ' όπου το αρχαίο και νεότερο (με άλλη, τη σημερινή σημασία) οικογένεια. Το νεότερο οικογένεια έδωσε παράγωγα και σύνθετα που δεν απαντούν στην αρχαία: οικογενειακός, οικογενειάρχης και οικογενειοκρατία. Ας σημειωθεί ότι η λέξη οικογένεια με τη σημερινή σημασία της αναβίωσε μόλις από τις αρχές τού 19ου αιώνα, για να αντικαταστήσει την ξενική λέξη φαμίλια, που ήταν η μόνη που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε. Από το οίκος προήλθαν και τα αρχαία και νέα οικοδεσπότης και οικοδέσποινα. Στην αρχαία χρησιμοποιήθηκαν και παράγωγα που δεν επιβίωσαν: οικοδεσποσύνη, οικοδεσποτεία, οικοδεσποτώ, οικοδεσπότησις και οικοδεσποτικός. Αρχαίο και νέο το οικοδίαιτος. Νεότερα μόνο το οικοδιδάσκαλος και οικοδιδασκάλισσα. Αρχαία και νέα τα οικοδόμος, οικοδομώ, οικοδομή, οικοδόμημα, οικοδόμηση και οικοδομικός. Νεότερο μόνο το οικοδομήσιμος και μόνο αρχαία τα οικοδομημάτιον, οικοδομητέον, οικοδομητικός, οικοδομία, οικοδομιστήριος και οικοδομεύς που όπως και το οικοδόμος σήμαιναν στην αρχαία ιδίως τον «αρχιτέκτονα». Τα σύνθετα οικοκυρά (απ' όπου το νοικοκυρά), νοικοκύρης, οικοκυρικός και οικοκυροσύνη (νοικοκυροσύνη) είναι μόνο νεότερα. Οπως μόνο νεότερα είναι όσα αναφέρονται στον χώρο όπου ζει ένα σύνολο οργανισμών, όπως η λέξη οικοσύστημα (και οικοσυστηματικός) και οικότυπος καθώς και η μελέτη τού οικοσυστήματος, η οικολογία μαζί με τα οικολόγος και οικολογικός. Διαφορετικό είναι το πρόσφατο οικοσελίδα τής πληροφορικής (homepage). Αρχαία και νέα είναι τα οικονόμος, οικονομία, οικονομικός και οικονομώ. Ωστόσο, έναντι δύο συνθέτων οικονόμημα και οικονόμισσα που δεν επιβίωσαν στη νεότερη Ελληνική, ένα πλήθος συνθέτων και παραγώγων πλουτίζουν τη Νέα Ελληνική: οικονομικά, οικονομολόγος, οικονομολογία, οικονομετρία, οικονομετρικός, οικονομισμός, οικονομικότητα, οικονομοτεχνικός, οικονομικοπολιτικός μαζί με τα αρνητικής σημασίας οικονομικιστικός και οικονομίστικος. Αρχαία και «χαρακτηριστικά» νεοελληνικά το οικόπεδο· το ίδιο και το οικοπεδικός. Οι Νεοέλληνες όμως προχωρήσαμε πολύ περισσότερο. Πλάσαμε το οικοπεδοφάγος, το οικοπεδούχος και το ρήμα οικοπεδοποιώ (απ' όπου και οικοπεδοποίηση)! Νεότερα και τα οικόσημο και οικοσημολογία. Αρχαία και νέα τα: οικόσιτος, οικοσκευή, οικότροφος (αλλά μόνο νεότερο το οικοτροφείο). Νεότερο το οικοτεχνία και πολύ πρόσφατα τα οικοτουρισμός και οικοτουρίστας . Αρχαία και νέα τα οικουμένη και οικουμενικός, νεότερο το οικουμενισμός. Αρχαίο και νέο το οικουρώ, ενώ μόνο αρχαία τα οικουρός, οικουρία, οικουρικός, οικούριος.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artid=145485&dt=15/09/2002
« Last Edit: 15 Nov, 2019, 10:53:56 by spiros »


 

Search Tools