cooked up -> τεχνητός, επίπλαστος, σκηνοθετημένος, φτιαγμένος, μαστουρωμένος

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815991
    • Gender:Male
  • point d’amour
cooked up -> τεχνητός, επίπλαστος, σκηνοθετημένος, φτιαγμένος, μαστουρωμένος

cook up -> μαγειρεύω, κανονίζω, σχεδιάζω, σκαρώνω, επινοώ, ετοιμάζω φαγητό, ετοιμάζω δόση ηρωίνης, παρασκευάζω ναρκωτικά, επινοώ, μηχανεύομαι


 

Search Tools