Author Topic: ανώγειο και κατώγι -> upper and lower floor, upper and lower level, elevated ground floor and basement, ground floor and basement, ground floor and semi-basement  (Read 89 times)

Vasilis

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 9911
  • Gender: Male
Μία αγροικία αποτελείται από ανώγειο και κατώγι.

ανώγειο και κατώγι -> ;
« Last Edit: 01 Dec, 2018, 18:50:48 by spiros »
Πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά. (Κ. Μαρξ)


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 402976
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
(elevated) "ground floor and basement", "upper and lower floor", "upper and lower level"

ανώγειο [anóyio] το, (sp. also ανώγιο) (L) upper floor (of a two-story building) (syn ανώγι, ant κατώγι): το ισόγειο του κτιρίου χρησίμευε για φυλακές και στο ανώγειο έμενε η φρουρά (Varelas) | στο Mυστρά η οικογένεια περνούσε τη ζωή της στο ανώγειο ενώ το κατώγι, δηλαδή το ισόγειο, ήταν αποθήκη ή στάβλος (MChatzidakis) [fr kath ανώγειον ← postmed (Somavera) ← MG (Kriaras) ← K (pap)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανώγειος -α -ο [anójios] Ε6 : για κατασκευή που βρίσκεται επάνω από το ισόγειο, συνήθ. ως ουσ. το ανώγειο, στα αστικά κυρίως σπίτια, το υπερυψωμένο ισόγειο.
[λόγ. επίθ. < ελνστ. ουδ. ἀνώγειον τό (αρχ. ἀνώγαιον)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανώγειος, -α, -ο [anóyios] (L) being above the ground or main floor: ανώγεια αίθουσα | το κτίριο είχε και ανώγειο πάτωμα [fr kath (neol) ανώγειος, der of ανώγειον or cpd of άνω & combin form -γειος; cf επί-, ισό-, υπέρ-, υπό-γειος]
Παράλληλη αναζήτηση

ανώγειο
ο πάνω όροφος μιας κατοικίας
ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγεια
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%BF

κατώι ουδέτερο
το κάτω μέρος ενός σπιτιού (ισόγειο ή ημιυπόγειο)
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%B9
« Last Edit: 01 Dec, 2018, 18:47:19 by spiros »