mainstream -> επικρατούσα τάση, κυρίαρχο ρεύμα, κυρίαρχη τάση, καθολικό ρεύμα, γενική τάση, της μόδας, νόρμα, κοινός τόπος, γενική πορεία, παραδοσιακός, παραδοσιακή, παραδοσιακό, συμβατικός, συμβατική, συμβατικό, μη εκκεντρικός

xerola · 6 · 4549

xerola

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 625
Working in teams has become mainstream in the modern workplace.

Ποια είναι τελικά η απόδοση του mainstream στα ελληνικά; Ευρέως διαδεδομένος, δημοφιλής... ;
Πώς θα το μεταφράζατε εσείς;
« Last Edit: 05 Jan, 2013, 08:33:37 by wings »







LillyG

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 273


 

Search Tools