pluralizable -> πληθυντικοποιήσιμος, μπορεί να μπει σε πληθυντικό, παίρνει πληθυντικό, δέχεται πληθυντικό, έχει πληθυντικό

Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 787719
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
pluralizability -> πληθυντικοποιησιμότητα, δυνατότητα να μπει σε πληθυντικό, δυνατότητα να πάρει πληθυντικό
pluralizable -> πληθυντικοποιήσιμος, μπορεί να μπει σε πληθυντικό, παίρνει πληθυντικό, δέχεται πληθυντικό
« Last Edit: 12 Jan, 2019, 18:32:37 by spiros »


 

Search Tools