pluralizable -> πληθυντικοποιήσιμος, μπορεί να μπει σε πληθυντικό, παίρνει πληθυντικό, δέχεται πληθυντικό, έχει πληθυντικό

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812543
    • Gender:Male
  • point d’amour
pluralizability -> πληθυντικοποιησιμότητα, δυνατότητα να μπει σε πληθυντικό, δυνατότητα να πάρει πληθυντικό
pluralizable -> πληθυντικοποιήσιμος, μπορεί να μπει σε πληθυντικό, παίρνει πληθυντικό, δέχεται πληθυντικό
« Last Edit: 12 Jan, 2019, 18:32:37 by spiros »


 

Search Tools