Author Topic: φαν -> τρώω  (Read 365 times)

Jonathan

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 498
φαν -> τρώω
« on: 11 Feb, 2019, 20:33:44 »
Τι σημαίνει η λέξη 'φαν' στα συμφραζόμενα αυτά;

και μανιασμένοι ’θέλαν το δάσκαλο να φαν.

Σημαίνει κάτι σαν 'σκότωσαν´;
« Last Edit: 11 Feb, 2019, 21:19:01 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 577504
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
φαν -> τρώω
« Reply #1 on: 11 Feb, 2019, 21:18:09 »
Did you search?

eat, spend, waste, bite, kill, beat, bother, itch
τρώω - Ελληνοαγγλικό Λεξικό WordReference.com

τρώω, τρώγω, ρ. [<αρχ. τρώγω (= ροκανίζω με τα δόντια μου)], τρώω. 1. γευματίζω: «μην πας να τους επισκεφθείς αυτή την ώρα, γιατί τρώνε». 2. δεν τηρώ νηστεία: «ακόμα και τη Μεγάλη Βδομάδα τρώει και δεν ντρέπεται καθόλου». 3. σκοτώνω, δολοφονώ: «του ’στησε καρτέρι, και με δυο κουμπουριές τον έφαγε τον άνθρωπο». 4. προκαλώ φθορά με τριβή, φθείρω: «κάνει καθιστική δουλειά, γι’ αυτό κάθε τόσο τρώει το παντελόνι του || τρώει τέσσερα με πέντε ζευγάρια παπούτσια το χρόνο, γιατί είναι πλασιέ σε μια επιχείρηση και γυρίζει συνέχεια μέσα στους δρόμους || χρόνια τώρα τα κύματα τρώνε τους βράχους». (Λαϊκό τραγούδι: σφίξε με και κούτσα κούτσα το πολύ πολύ να φάμε τα παλιά μας τα παπούτσα). 5. ξοδεύω, σπαταλώ: «τρώει τα λεφτά του δεξιά κι αριστερά». 6. ξοδεύω τον καιρό μου: «έφαγε όλο το πρωινό της στα μαγαζιά». 7. καταχρώμαι: «έφαγε ένα σωρό λεφτά απ’ την επιχείρηση που δούλευε και τον τραβούν στα δικαστήρια». 8. κλέβω: «ποιος έφαγε τον αναπτήρα μου;». (Λαϊκό τραγούδι: εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπάμε τις παντόφλες, για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες). 9. τσιμπώ: «όλο το καλοκαίρι μας έφαγαν τα κουνούπια». (Ακολουθούν 612 φρ.) Κάτου Γ.
Κάτου Γ.

τρώω [tr'oo] ρ μ τρώγω έφαγα αορ φαγώθηκα αορ φαγωμένος μτχ πρκμ
= to eat — Τι θα φάτε σήμερα; = What are you going to eat today?

= to eat — Δεν τρώει τα φασόλια. = She doesn't eat beans. — Γιατί δεν τρώς; = Why aren't you eating?

= to eat, to chew — Τρώγε πιο αργά, θα πνιγείς! = Eat slowly, you're going to choke!

= to eat, to dine, to lunch, to have a meal — Έφαγαν σ' ένα ζεστό ταβερνάκι. = They ate at a cosy little tavern.

= to have eaten, to have had a meal — - Πεινάς; - Όχι, είμαι φαγωμένος. = "Are you hungry?" "No, I've already eaten."

= to be edible — Αυτό το πορτοκάλι είναι πολύ ξινό, δεν τρώγεται με τίποτα! = This orange is very sour; it's utterly inedible!

= to eat — Τηρεί τις νηστείες και δεν τρώει ποτέ τη Μεγάλη Εβδομάδα. = He observes days of fasting and never eats during Holy Week.

= to bite — Τον έφαγε ένα άγριο σκυλί! = A wild dog bit him!

= to bite, to sting — Αλείφτηκε με εντομοαπωθητικό, για να μην τον φάνε τα κουνούπια. = He covered himself with insect-repellant ointment so the mosquitoes wouldn't bite him.

= to eat away, to eat into, to wear away/down/out — Η θάλασσα τρώει τα βράχια. = The sea eats away at the rocks.

= to wear away — Το ύφασμα φαγώθηκε από το χρόνο. = The fabric has worn away with time.

= to swallow one's words — Δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέει, τρώει γράμματα, καταλήξεις, έως και ολόκληρες λέξεις! = One simply cannot understand what he's saying; he swallows letters, suffixes, even whole words!

= to spend, to squander, to waste — Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έφαγα τόση ώρα μ' αυτήν την εργασία! = I don't know how I managed to spend so much time on this project!

= to spend, to squander, to waste — Δεν ήταν διατεθειμένος να φάει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της! = He wasn't willing to squander the rest of his life with her!

(προφ) = to consume, to use up — Αυτός ο εκτυπωτής τρώει πολύ μελάνι και σκέφτομαι να τον αλλάξω. = This printer uses up so much ink I'm thinking of getting another one.

(προφ) = to kill, to bite sb's head off — Πήγε να με φάει, μόλις του είπα πόσα ξόδεψα γι' αυτό το φόρεμα! = He was about to kill me after I told him how much I'd spent on the dress!

= to eat away — Τον έφαγε η στενοχώρια. = His sorrow ate away at him.

= to eat away — Οι υποψίες τού τρώνε τα σωθικά. = His suspicions are eating him away.

= to get — Θα φας μπουνιά, που θα τη θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή! = You're going to get a punch you won't forget for the rest of your life!

(προφ) = to get, to receive — Δεν έφαγε μεγάλη ποινή, γιατί έβαλε καλό δικηγόρο. = He avoided getting a heavy sentence by hiring a good lawyer.

= to snatch, to steal — Δε θ΄ αφήσω κανέναν να μου φάει τη θέση! = I won't let anyone steal my position!

= to swallow — Αν νομίζεις πως θα φάω τα ψέματά σου, είσαι γελασμένος. = If you think that I will swallow your lies, you're mistaken.

= to beat, to win, to defeat, to clobber, to give sb a pasting — Ο Νίκος είναι μεγάλος παίκτης, τους τρώει όλους στο ποδόσφαιρο! = Nick is a great player; when it comes to soccer, he beats them all!

= to urge, to entreat, to keep on at sb, to pester, to badger, to nag — Την έφαγε τη μάνα του να του αγοράσει υπολογιστή. = He pestered his mother for a computer.

= to itch, to tickle, to tingle — Με τρώει η πλάτη μου. = My back is itching me.

(ως μεσοπαθ) = to quarrel, to wrangle, to snap sb's head off — Τρώγονται κάθε τόσο οι δυο τους για ασήμαντο λόγο. = They often quarrel with one another over trivial things.

= to grumble, to nag, to complain — Τίποτα δεν τον ευχαριστεί, όλη την ώρα τρώγεται με κάτι! = Nothing satisfies him; he's always complaining about something or other!
Κοραής
« Last Edit: 11 Feb, 2019, 21:33:03 by spiros »

Jonathan

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 498
Re: φαν -> τρώω
« Reply #2 on: 11 Feb, 2019, 21:21:02 »
I did search but there are so many meanings, I didn't know which one was suitable in context.
Thanks for the info.