touristify -> τουριστικοποιώ

dominotheory

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2009
touristify -> τουριστικοποιώ

touristify
(third-person singular simple present touristifies, present participle touristifying, simple past and past participle touristified)
    To make suitable for tourists, especially by adding superficial frills at the expense of authenticity.

touristification
(uncountable)
    The process of touristifying.



«Ο μαζικός τουρισμός δεν φέρνει προστιθέμενη αξία στις πόλεις, μάλλον, αντίθετα, τις υποβαθμίζει. Στη γειτονιά του Sol, υπάρχουν δύο τουρίστες για κάθε κάτοικο. Στην περιοχή Cortes, ο λόγος είναι 1,3 τουρίστες για κάθε κάτοικο. Αυτό είναι γνωστό ως touristification» ανέφερε χαρακτηριστικά ο δημοτικός σύμβουλος για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη, Χοσέ Μανουέλ Κάλβο.
https://tvxs.gr/news/eyropi-eop/pos-i-madriti-petaei-ekso-tin-aibnb
« Last Edit: 29 Mar, 2019, 02:16:24 by dominotheory »


 

Search Tools