εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίζουν -> I enjoy my stroll and I don't mind them making fun of me, I am out on a razz and I don't mind them cracking jokes about me

billberg23

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 5996
    • Gender:Male
  • Words ail me.
εγώ κάνω την τσάρκα μου
κι ας με καλαμπουρίζουν
— Μάρκου Βαμβακάρη, από το τραγούδι Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812078
    • Gender:Male
  • point d’amour
I enjoy my stroll/I am out on a razz and I don't mind them making fun of me/cracking jokes about me

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=478828.0

τσάρκα < τουρκική çark < περσική چرخ "τροχός"
το περπάτημα για την ευχαρίστηση
πάμε τσάρκα
https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1

καλαμπουρίζω [kalaburízo] Ρ2.1α : λέω καλαμπούρια, αστεία. || (έκφρ.) το καλαμπουρίζω, συζητώ με συντροφιά, σε εύθυμο τόνο, θέματα όχι σοβαρά: Xτες το καλαμπουρίσαμε λιγάκι.
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

καλαμπουρίζω, ρ. [<καλαμπούρι + κατάλ. -ίζω]. 1. λέω ή κάνω καλαμπούρια, δε μιλώ σοβαρά, αστειεύομαι, κοροϊδεύω: «όταν σου μιλώ σοβαρά, δε θέλω να καλαμπουρίζεις». (Λαϊκό τραγούδι: όσοι δε με γνωρίσανε τώρα θα με γνωρίσουν· εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίσουν). 2. δεν παίρνω στα σοβαρά μια δύσκολη κατάσταση όχι λόγω επιπολαιότητας, αλλά λόγω αισιοδοξίας: «τι έξω καρδιά αυτός ο άνθρωπος! Ό,τι στραβό και να του τύχει δε χάνει το γέλιο του και συνεχώς καλαμπουρίζει». (Λαϊκό τραγούδι: όσες κι αν βρεις αναποδιές ξέρεις και καθαρίζεις, κοιλοπονάς πολλές φορές απ' τις σκληρές αναποδιές κι εσύ καλαμπουρίζεις
μην το καλαμπουρίζεις! δεν είναι καθόλου δύσκολο ή απίθανο να συμβεί αυτό που λες: «βγαίνεις το πρωί μια χαρά απ' το σπίτι σου και, μέχρι να πας στη στάση, έρχεται και σε κόβει ένα αυτοκίνητο. -Μην το καλαμπουρίζεις!»·
μην το καλαμπουρίζεις, μην παίρνεις στα αστεία αυτό που σου λέω, γιατί σου μιλώ σοβαρά: «αν δε βρούμε τα λεφτά, θα χάσουμε τη δουλειά, γι' αυτό μην το καλαμπουρίζεις».
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 

τσάρκα η, ουσ. [<τουρκ. çark], η βόλτα, ο περίπατος: «το μυαλό του είναι συνέχεια στην τσάρκα». (Λαϊκό τραγούδι: πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ Τσιφλίκι κούκλα μου γλυκιά απ' τη Θεσσαλονίκη).Υποκορ. τσαρκίτσα κ. τσαρκούλα, η. (Λαϊκό τραγούδι: είναι η νύχτα όμορφη κι ασήμι το φεγγάρι! Μια κι έχω πλάι τη μικρή, που ήρθε ζούλα να με βρει, για μια τσαρκίτσα πάρε μας στη βάρκα σου, στη βάρκα σου βαρκάρη! // μαυρομάτα μου κι ωραία, θα περάσουμε σπουδαία· πάμε απόψε μια τσαρκούλα στη Γλυφάδα και στη Βούλα
βγαίνω τσάρκα, βγαίνω βόλτα, περίπατο: «κάθε απόγευμα, όταν είναι καλός ο καιρός, βγαίνω τσάρκα στην παραλία». (Λαϊκό τραγούδι: έξι γκόμενες αφράτες, όμορφες και μαυρομάτες, τσάρκα βγαίνουνε στην πιάτσα, σ' όλους κάνουνε στραπάτσα
κάνω τσάρκα ή κάνω την τσάρκα μου, βολτάρω, κάνω περίπατο: «τον είδα να κάνει τσάρκα στην παραλία». (Λαϊκό τραγούδι: και οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες, και στους δρόμους τριγυρνούν και κάνουν τσάρκες // όσοι δε με γνωρίζουνε τώρα θα με γνωρίσουν· εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίσουν
πάω τσάρκα, πάω βόλτα, περίπατο. (Λαϊκό τραγούδι: πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα κι από κει στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα).
Γεώργιος Κάτος: Λεξικό της λαϊκής​ και της περιθωριακής γλώσσας 

« Last Edit: 31 Mar, 2019, 19:07:58 by spiros »




 

Search Tools