Author Topic: illegitimate -> αβάσιμος, άνομος, αντιδεοντολογικός, αντικανονικός, απονοµιµοποιηµένος, απρεπής, απρεπές, έκνομος, εξώγαμο, εξώγαμο τέκνο, εξώγαμος, εκτός γάμου, μπάσταρδο, νόθος, νόθο, νόθο τέκνο, τέκνο που γεννήθηκε εκτός γάμου, νοθογενής, παράλογος, παράνομος, παράτυπος, πεπλανημένος, κηρύσσω παράνομο  (Read 167 times)

lovecats81

  • Newbie
  • *
  • Posts: 33
  • Gender: Male
illegitimate -> απονοµιµοποιηµένος

Σε πολλές μεταφράσεις βλέπω το illegitimate να αποδίδεται ως «παράνομος». Σίγουρα, μπορεί να αποδοθεί και έτσι, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις είναι απλά λάθος. Άλλωστε υπάρχουν φορές που χρησιμοποιείται δίπλα από το illegal π.χ. κάποιος είναι «illegitimate and illegal».

Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν αναφερόμαστε σε έναν ηγέτη, θεσμό ή μια διαδικασία, το illegitimate σημαίνει ότι έχει χάσει ή δεν έχει την νομιμοποίηση όχι ότι είναι εκτός νόμου. Οι δύο έννοιες μπορεί να είναι πολύ κοντά αλλά δεν ταυτίζονται απαραίτητα.
« Last Edit: 30 Apr, 2019, 14:32:03 by spiros »