Author Topic: υψιπέτης ή υψιπετής; -> υψιπέτης (εκτός αν έπεσε από τον ουρανό)  (Read 12296 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 663439
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
υψιπέτης ή υψιπετής; -> υψιπέτης (εκτός αν έπεσε από τον ουρανό)

υψιπέτης από το πετώ ενώ υψιπετής από το πίπτω.

υψιπέτης ο [ipsipétis] O10 θηλ. υψιπέτιδα [ipsipétiδa] O28 : (λόγ.) αυτός που κινείται σε κόσμους πνευματικούς ή μεταφυσικούς. [λόγ. < αρχ. ὑψιπέτης· λόγ. υψιπέτ(ης) -ις > -ιδα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

υψιπέτης αυτός που εμπνέεται από μεγάλες ιδέες ή/και εκφράζει μεγάλες ιδέες
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

υψιπέτης (ο) ουσ.  (θηλ. Κ υψιπέτις, -ιδος) που πετά ψηλά | (μτφ.) που εκφράζει υψηλές έννοιες
[<αρχ. "õψιπέτης < ?õψι (= ψηλά) + πέτομαι (= πετώ)]
Μείζον ελληνικό λεξικό - Τεγόπουλος-Φυτράκης

ὑψῐπέτης, ου, Dor. ὑψῐπέτας, α, ὁ: (πέτομαι):—
   A high-flying, soaring, αἰετός Il.12.201,219, Od.20.243; ὑψιπετᾶν ἀνέμων Pi.P.3.105; γενοίμαν αἰετὸς ὑψιπέτας S.Fr.476 = Ar. Av.1337 (lyr.): Comp. -έστερος Herm. ap. Stob.1.49.45:—some unnamed Gramm. (in opposition to Aristarchus) wrote ὑψιπετῆς (contr. from ὑψιπετήεις), v. Sch. A Il.12.201; the acc. sg. ὑψιπετῆ ὄρνιθα in Ant. Lib.16.2 belongs in sense to this word, in form to the next.
Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ)

υψιπετής -ής -ές [ipsipetís] E10 : (λόγ.) για μεγαλόπνοες ιδέες, απόψεις κτλ. ή για υψηλή καλλιτεχνική έμπνευση. [λόγ. < αρχ. ὑψιπετής `που βρίσκεται ψηλά΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

υψιπετής αυτός που έπεσε από τον ουρανό, ουρανοκατέβατος
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

υψιπετής -ής, -ές επίθ.  που έπεσε από ψηλά ή από τον ουρανό, ουρανοκατέβατος
[<αρχ. "õψιπετής < ?õψι (= ψηλά) + πίπτω]
Μείζον ελληνικό λεξικό - Τεγόπουλος-Φυτράκης

ὑψῐπετής, ές, (πίπτω)
   A fallen from heaven, Παλλάδιον Eust.1520.62, cf. Suid.
   2 lofty, ἀμπτάμενος οὐράνιον ὑ. ἐς μέλαθρον E.Hec.1101 (lyr.).
   3 v. foreg. fin.
Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ)
« Last Edit: 17 Jan, 2012, 14:25:32 by spiros »