Author Topic: language universals -> γλωσσικά καθολικά, καθολικά χαρακτηριστικά της γλώσσας, καθολικά γλωσσικά χαρακτηριστικά, γλωσσικά καθολικά χαρακτηριστικά, καθολικά χαρακτηριστικά  (Read 31 times)

dominotheory

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 1937
    • argiris.georgoulis.5
    • argyris-georgoulis-a3293537/
"language universals" -> "γλωσσικά καθολικά", "καθολικά χαρακτηριστικά της γλώσσας", "καθολικά γλωσσικά χαρακτηριστικά", "γλωσσικά καθολικά χαρακτηριστικά", "καθολικά χαρακτηριστικά"

καθολικά χαρακτηριστικά [language universals]
Κάθε παιδί σε πολύ μικρή ηλικία, και ανεξάρτητα από τον βαθμό της ευφυΐας που διαθέτει ή από το περιβάλλον που το υποδέχεται, σε σύντομο χρονικό διάστημα με ελλιπή αλλά και αντιγραμματικά πολλές φορές γλωσσικά δεδομένα (λάθη, ή ακριβέστερα «λάθη» της γλωσσικής χρήσης που κινούνται στα όρια του γλωσσικού συστήματος : π.χ. Ο Γιάννης, τον είδα χθες), καταφέρνει να αποκτά την (ενδιάθετη) γνώση των ιδιαιτεροτήτων του λεξικού και των δομών της γλώσσας του, και να είναι σε θέση να παράγει (και να κατανοεί) έναν απεριόριστο αριθμό εκφωνημάτων - ανάμεσα τους και εκφωνήματα που έλειπαν από την προηγούμενη γλωσσική του εμπειρία. Αυτό το αδιαμφισβήτητο σε γενικές γραμμές φαινόμενο έχει οδηγήσει στη γλωσσολογική υπόθεση-σημαία της γενετικής θεωρίας του Noam Chomsky: παρά τις οφθαλμοφανείς εξωτερικές διαφορές, υποστηρίζει ο διαπρεπής αμερικανός γλωσσολόγος, σε όλες τις ανθρώπινες (φυσικές) γλώσσες υπάρχουν κάποιες βαθύτερες ομοιότητες, που αντιστοιχούν σε μια κοινή νοητική-ψυχολογική βάση, εγγενή στους φυσικούς ομιλητές - ένα είδος βιολογικής προίκας που οφείλουμε ακριβώς στο γένος μας· και ο ρόλος του γονικού περιβάλλοντος περιορίζεται στο να ενεργοποιεί απλώς, με τα γλωσσικά του ερεθίσματα, αυτό τον κληροδοτημένο βιολογικά μηχανισμό γλωσσικής ανάλυσης (καθολική γραμματική [universal grammar]) που θα επιτρέψει στο νήπιο να κατακτήσει τη μητρική του γλώσσα με τα ιδιαίτερα πλέον χαρακτηριστικά της.
[...]
Γενικά, γίνεται διάκριση ανάμεσα σε τρεις κατηγορίες καθολικών χαρακτηριστικών: σε ουσιαστικά [substantive], που αφορούν το σύνολο των κατηγοριών που είναι απαραίτητες για την ανάλυση μιας ανθρώπινης γλώσσας (π.χ. επίθετο, (ρηματικό) πρόσωπο, αριθμός, ρήμα κλπ.)· σε τυπικά [formal], που αφορούν τις αφηρημένες εντολές που πρέπει να ικανοποιεί μια γλωσσική ανάλυση (π.χ. ποιο είδος κανόνων ή ποια επίπεδα ανάλυσης θα πρέπει να υιοθετήσει η θεωρία)· και, τέλος, σε συνεπαγωγικά [implicational], καθολικά δηλαδή χαρακτηριστικά που αφορούν συσχετίσεις χαρακτηριστικών και μπορούν να διατυπωθούν ως συνεπαγωγές: αν (ισχύει το) Χ, τότε (ισχύει το) Ψ (όπου Χ και Ψ είναι γλωσσικά χαρακτηριστικά). Πρβ. τη συσχέτιση «αν το υποκείμενο ή το αντικείμενο συμφωνεί με το ρήμα κατά την ένδειξη γένους , τότε το επίθετο πάντοτε συμφωνεί κατά το γένος με το ουσιαστικό που προσδιορίζει» (Universal 31 στον σχετικό κατάλογο του Greenberg).